Ο Χριστός – το Λύτρο

΄Οταν οι ανθρώπινες υπάρξεις πέρασαν στην εξουσία της αμαρτίας, πέρασαν στην καταδίκη και στην κατάρα του νόμου του Θεού. (Ρωμ. ς’4, Γαλ. γ΄10-13). Δούλοι της αμαρτίας (Ρωμ. ς΄17) υποκείμενοι στο θάνατο, είναι ανίκανοι να σωθούν. «Ουδείς δύναται ποτέ να εξαγοράσει αδελφόν, μηδέ να δώση εις τον Θεόν λύτρον δι’αυτόν.» (Ψαλμ. μθ΄7). Μόνο ο Θεός έχει τη δύναμη να λυτρώσει. «Εκ χειρός άδου θέλω ελευθερώσει αυτούς, εκ θανάτου θέλω σώσει αυτούς.» (Ωσηέ ιγ΄14). Πώς ο Θεός τους έσωσε; Διαμέσου του Ιησού, ο οποίος δήλωσε ότι «δεν ήλθε διά να υπηρετηθή, αλλά διά να υπηρετήση, και να δώση την ζωήν αυτού λύτρον αντί πολλών». (Ματθ. κ΄28, Α΄Τιμ. β΄6). Ο Θεός «απέκτησε» την εκκλησία «διά του ιδίου αυτού αίματος». (Πράξ. κ΄28). «Διά του οποίου [του Χριστού] έχομεν την απολύτρωσιν διά του αίματος αυτού, την άφεσιν των αμαρτημάτων.» (Εφεσ. α΄7, Ρωμ. γ΄24). Ο θάνατός Του ήταν «διά να μας λυτρώση από πάσης ανομίας, και να μας καθαρίση εις εαυτόν λαόν εκλεκτόν, ζηλωτήν καλών έργων». (Τίτον β΄14).

Τι Επιτέλεσε το Λύτρο; Ο θάνατος του Χριστού επικύρωσε την κυριότητα του Θεού επάνω στην ανθρωπότητα. Ο Παύλος είπε: «Δεν είσθε κύριοι εαυτών, διότι ηγοράσθητε διά τιμής». (Α’ Κορ. ς΄19,20, Α΄Κορ. ζ΄23).

Με το θάνατό Του ο Χριστός έθραυσε την εξουσία της αμαρτίας, έδωσε τέλος στην πνευματική αιχμαλωσία, αφαίρεσε την καταδίκη και την κατάρα του νόμου και έκανε την αιώνια ζωή εφικτή σε όλους τους μετανοούντες αμαρτωλούς. Ο Πέτρος είπε για τους πιστούς: «Δεν ελυτρώθητε από της ματαίας πατροπαραδότου διαγωγής υμών.» (Α΄Πέτρ. α΄18). Ο Παύλος έγραψε πως όσοι ελευθερώθηκαν από τη δουλεία της αμαρτίας και από τον θανατηφόρο καρπό της, «δουλωθέντες εις τον Θεόν, έχετε τον καρπόν σας εις αγιασμόν, το δε τέλος, ζωήν αιώνιον». (Ρωμ. ς΄22).

Το να αγνοήσουμε ή να αρνηθούμε την αρχή του λύτρου θα ήταν «να χάσουμε την ίδια την καρδιά του ευαγγελίου της χάρης και να αρνηθούμε το βαθύτατο κίνητρο της ευγνωμοσύνης μας προς τον Αμνό του Θεού.» 11 Αυτή η αρχή είναι το κέντρο της δοξολογίας που αναπέμπεται στην αίθουσα του ουράνιου θρόνου: «Εσφάγης και ηγόρασας ημάς εις τον Θεόν διά του αίματός σου, εκ πάσης φυλής και γλώσσης και λαού και έθνους. Και έκαμες ημάς εις τον Θεόν βασιλείς και ιερείς, και θέλομεν βασιλεύσει επί της γης.» (Αποκ. ε΄9,10).