Η Αποτελματωμένη Μεταρρύθμιση

Η Μεταρρύθμιση της χριστιανικής εκκλησίας δε θα τελείωνε τον δέκατο έκτο αιώνα. Οι Μεταρρυθμιστές είχαν επιτελέσει πολλά, αλλά δεν είχαν ανακαλύψει εκ νέου όλο το φως που είχε χαθεί κατά τη διάρκεια της αποστασίας. Είχαν βγάλει το χριστιανισμό από το σκοτάδι, αλλά αυτός παρέμενε ακόμη στη σκιά. Ενώ είχαν σπάσει τη σιδερένια γροθιά της μεσαιωνικής εκκλησίας, δίνοντας τη Γραφή στον κόσμο και αποκαθιστώντας το ευαγγέλιο, απέτυχαν να ανακαλύψουν και άλλες σπουδαίες αλήθειες. Το βάπτισμα με κατάδυση, η αθανασία ως δώρο του Χριστού κατά την ανάσταση των δικαίων, η έβδομη ημέρα ως το βιβλικό Σάββατο και άλλες αλήθειες (δείτε τα κεφαλαία 7,14,19,25) παρέμειναν ακόμη χαμένες στη σκιά.

Αλλά αντί να προάγουν τη Μεταρρύθμιση, οι διάδοχοί τους παγίωσαν τα επιτεύγματά τους. Εστίασαν την προσοχή τους στα λόγια και στις γνώμες των Μεταρρυθμιστών και όχι στην Αγία Γραφή. Λίγοι αποκάλυψαν νέες αλήθειες, αλλά η πλειονότητα αρνήθηκε να προχωρήσει πέρα από ο,τι οι πρώ­τοι Μεταρρυθμιστές πίστευσαν. Κατά συνέπεια, η πίστη της Διαμαρτύρησης εκφυλίσθηκε σε τυπικισμό και σχολαστικισμό, και πλάνες που έπρεπε να παραμερισθούν, φυλάχθηκαν ευλαβικά. Η φλόγα της Μεταρρύθμισης βαθμιαία έσβησε και οι ίδιες οι εκκλησίες των Διαμαρτυρομένων έγιναν κρύες, τυπικές, που χρειάζονταν μεταρρύθμιση.

Η περίοδος μετά τη Μεταρρύθμιση έσφιζε από θεολογική δραστηριότητα, αλλά ελάχιστη πνευματική πρόοδος σημειωνόταν. Ο Φρειδερίκος Φαράρ έγραψε ότι στην περίοδο αυτή η ελευθερία ανταλλάχθηκε με τη σκλαβιά, οι παγκόσμιες αρχές με αξιοθρήνητα στοιχεία, η αλήθεια με το δογματισμό, η ανεξαρτησία με την παράδοση, η θρησκεία με το σύστημα. Ο ζωντανός σεβασμός προς την Αγία Γραφή παραγκωνίσθηκε από τη νεκρή θεολογία της Αγίας Γραφής. Η καλοδιάθετη ορθοδοξία έδωσε θέση στη σιδηρά ομοιομορφία και η ζωντανή σκέψη σε επίμαχη διαλεκτική. Και παρά το γεγονός ότι η «Μεταρρύθμιση έθραυσε το μολυβένιο σκήπτρο του παλαιού Σχολαστικισμού», οι Διαμαρτυρόμενες εκκλησίες εισήγαγαν «ένα νέο Σχολαστικισμό από σιδερένιο σκήπτρο». Ο Ροβέρτος Μ. Γκραντ ονόμασε αυτόν το νέο σχολαστικισμό «τόσο άκαμπτο όσο οποιοδήποτε μεσαιωνικό θεολογικό θέσπισμα». Οι Διαμαρτυρόμενοι «πρακτικά δέθηκαν οι ίδιοι από τα όρια που έθεσαν οι παραδεδεγμένες ομολογίες τους».

Ξέσπασαν διαμάχες. «Δεν υπήρξε ποτέ εποχή στην οποία οι άνθρωποι να ασχολούνται τόσο πολύ να ανακαλύψουν λάθη ο ένας στον άλλον, ή να ονομάζουν ο ένας τον άλλον με τόσο πολύ επονείδιστα ονόματα». Έτσι, τα καλά νέα έγιναν λογομαχίες. Η Γραφή δε μιλούσε πια στην καρδιά αλλά στη διανοητική κριτική. Τα δόγματα ήταν ορθόδοξα αλλά η πνευματικότητα είχε σβησθεί. Η θεολογία θριάμβευε αλλά η αγάπη είχε σβησθεί.