Η Μεγάλη Αποστασία

Ο διωγμός της χριστιανικής εκκλησίας ξεκίνησε κατά πρώτον από την ειδωλολατρική Ρώμη, και συνέχεια με την αποστασία που δημιουργήθηκε στους κόλπους της. Αυτή η αποστασία δεν είναι μια έκπληξη. Ο Ιωάννης, ο Παύλος και ο Χριστός την προείπαν.

Κατά την τελευταία μεγάλη ομιλία Του ο Χριστός προειδοποίησε τους μαθητές Του για την ερχόμενη πλάνη. Τους είπε: «Βλέπετε μη σας πλανήση τις», «διότι θέλουσιν εγερθή ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται, και θέλουσι δείξει σημεία μεγάλα και τέρατα, ώστε να πλανήσωσιν, ει δυνατόν, και τους εκλεκτούς» (Ματθ. κδ΄4,24). Οι οπαδοί Του θα γνώριζαν μια περίοδο όπου «θέλει είσθαι θλίψις μεγάλη», αλλά αυτοί θα επιβίωναν (Ματθ. κδ΄21,22). Εντυπωσιακά σημεία στη φύση θα καθόριζαν το τέλος αυτού του διωγμού και θα αποκάλυπταν την εγγύτητα της επιστροφής του Χριστού (Ματθ. κδ΄29,32,33).

Ο Παύλος επίσης ειδοποίησε: «Μετά την αναχώρησίν μου θέλουσιν εισέλθει εις εσάς λύκοι βαρείς, μη φειδόμενοι του ποιμνίου. Και εξ υμών αυτών θέλουσι σηκωθή άνθρωποι λαλούντες διεστραμμένα, διά να αποσπώσι τους μαθητάς οπίσω αυτών» (Πράξ. κ΄29,30). Αυτοί οι «λύκοι» θα οδηγούσαν την εκκλησία στην αποστασία.

Αυτή η αποστασία πρέπει να συμβεί αρκετά πριν από την επιστροφή του Χριστού. Όσο αυτό το γεγονός δε λάμβανε χώρα, αποτελούσε βέβαιο σημείο ότι η επιστροφή του Χριστού δεν επίκειτο ακόμη. Ο Παύλος είπε: «Ας μη σας εξαπατήση τις κατ’ουδένα τρόπον. Διότι δεν θέλει ελθεί η ημέρα εκείνη εάν δεν έλθη πρώτον η αποστασία και αποκαλυφθή ο άνθρωπος της αμαρτίας, ο υιός της απωλείας, ο αντικείμενος και υπεραιρόμενος εις πάντα λεγόμενον Θεόν ή σέβασμα, ώστε να καθίση εις τον ναόν (εκκλησία) του Θεού ως Θεός, αποδεικνύων εαυτόν ότι είναι Θεός» (Β΄Θεσ. β΄3,4).

Ακόμη και στην εποχή του Παύλου αυτή η αποστασία ήδη είχε αρχίσει να ενεργείται. Η μέθοδος ήταν σατανική «εν πάση δυνάμει, και σημείοις και τέρασι ψεύδους» (Β΄Θεσ. β΄9,10). Πριν από το τέλος του πρώτου αιώνα ο Ιωάννης δήλωσε ότι «πολλοί ψευδοπροφήται εξήλθον εις τον κόσμον». Και ακόμη είπε, «το πνεύμα του αντιχρίστου» «τώρα μάλιστα είναι εν τω κόσμω» (Α΄Ιωάν. δ΄1,3).

Πώς αυτό το σύστημα της αποστασίας ξεκίνησε;

Η Υπεροχή του «Ανθρώπου της Αμαρτίας». «Καθώς η εκκλησία άφησε την πρώτη αγάπη (Αποκ. β΄4), έχασε την αγνότητα της διδαχής, την υψηλή στάθμη της προσωπικής διαγωγής της και τον αόρατο δεσμό της ενότητας που εξασφαλίζει το ΄Αγιο Πνεύμα. Στη λατρεία ο τυπικισμός αντικατέστησε την απλότητα. Η δημοτικότητα και η προσωπική δύναμη όλο και περισσότερο καθόριζαν την εκλογή των ιθυνόντων, οι οποίοι στην αρχή εξασκούσαν μια αυξανόμενη εξουσία στην τοπική εκκλησία, και αργότερα επιζητούσαν να επεκτείνουν την εξουσία τους στις γειτονικές εκκλησίες.

Η διαχείριση της τοπικής εκκλησίας με την οδηγία του Αγίου Πνεύματος πέρασε στον εκκλησιαστικό αυταρχισμό και στα χέρια ενός μόνο αξιωματούχου – του επισκόπου, στον οποίον κάθε μέλος της εκκλησίας προσωπικά ήταν υποταγμένο, και διαμέσου του οποίου μόνο είχε πρόσβαση στη σωτηρία. Στο εξής η ηγεσία σκεπτόταν μόνο να κυβερνάει την εκκλησία αντί να την υπηρετεί, και ο μεγαλύτερος δε θεωρούσε πια τον εαυτό του δούλο των άλλων. Έτσι, βαθμιαία αναπτύχθηκε η άποψη του ιερατείου και της ιεραρχίας που παρενέβηκε ανάμεσα στο κάθε άτομο και στον Κύριό του.

Καθώς η σπουδαιότητα του ατόμου και της τοπικής εκκλησίας διαβρωνόταν, ο επίσκοπος της Ρώμης αναδεικνυόταν σε υπέρτατη δύναμη μέσα στη Χριστιανοσύνη. Με τη συμπαράσταση του αυτοκράτορα, αυτός ο ύψιστος επίσκοπος ή πάπας αναγνωρίσθηκε ως η ορατή κεφαλή της παγκόσμιας εκκλησίας, περιβλημένος με την υπέρτατη εξουσία επάνω σε όλους τους εκκλησιαστικούς ηγέτες σε όλον τον κόσμο.

Κάτω από την ηγεσία του παπισμού, η χριστιανική εκκλησία περιήλθε στην έσχατη αποστασία. Η αυξανόμενη δημοτικότητα της εκκλησίας επιτάχυνε την παρακμή της. Υποδεέστεροι κανόνες έκαναν τους ανειλικρινείς Χριστιανούς να αισθάνονται άνετα στην εκκλησία. Πλήθη που γνώριζαν ελάχιστα για το γνήσιο Χριστιανισμό, ενώθηκαν με την εκκλησία μόνο κατ’όνομα, εισάγοντας τις παγανιστικές διδασκαλίες τους, τις εικόνες, τον τρόπο λατρείας, τις τελετές, τις γιορτές και τους συμβολισμούς αυτών.

Αυτοί οι συμβιβασμοί μεταξύ ειδωλολατρίας και Χριστιανισμού οδήγησαν στο σχηματισμό του «ανθρώπου της αμαρτίας» – ένα γιγαντιαίο σύστημα κίβδηλης θρησκείας, ένα μίγμα αλήθειας και πλάνης. Η προφητεία Β΄Θεσ. β΄ δεν καταδικάζει τα άτομα αλλά εκθέτει το θρησκευτικό σύστημα ως υπεύθυνο για τη μεγάλη αποστασία. ‘Ομως, πολλοί πιστοί στο σύστημα αυτό ανήκουν στην παγκόσμια εκκλησία του Θεού, επειδή ζουν σύμφωνα με το φως που έχουν.

Η Δοκιμαζόμενη Εκκλησία. Με τον υποβιβασμό της πνευματικότητας, η εκκλησία της Ρώμης ανέπτυξε περισσότερο την κοσμική μορφή της έχοντας στενότερους δεσμούς με την αυτοκρατορική κυβέρνηση. Εκκλησία και κυβέρνηση ενώθηκαν σε μια ανόσια συμμαχία.

Στο κλασσικό έργο του Η Πόλη του Θεού , ο Αυγουστίνος, από τους σημαντικότερους πατέρες της εκκλησίας, παρουσιάζει το καθολικό ιδεώδες μιας παγκόσμιας εκκλησίας υπό τον έλεγχο ενός παγκόσμιου κράτους. Η σκέψη του Αυγουστίνου έβαλε τα θεμέλια της μεσαιωνικής παπικής θεολογίας. Το 533 μ.Χ. σε μια επιστολή ενσωματωμένη στον Ιουστινιάνειο Κώδικα, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός αναγνώρισε τον επίσκοπο της Ρώμης κεφαλή όλων των εκκλησιών. Επίσης αναγνώρισε την επιρροή του πάπα στην εξάλειψη των αιρετικών.

‘Οταν ο στρατηγός του Ιουστινιανού o Βελισάριος ελευθέρωσε τη Ρώμη το 538 μ.Χ., ο επίσκοπος της Ρώμης ελευθερώθηκε από τον έλεγχο των Οστρογότθων, των οποίων ο Αρειανισμός στεκόταν εμπόδιο στην εξάπλωση της Καθολικής Εκκλησίας. Τότε ο επίσκοπος μπόρεσε να εξασκήσει τα προνόμια τα οποία του παραχωρούσε το διάταγμα του Ιουστινιανού το 533 μ.Χ. Μπορούσε να αυξήσει την εξουσία της «Αγίας Έδρας». Έτσι, άρχισαν τα 1260 χρόνια του διωγμού, όπως προείπε η βιβλική προφητεία (Δαν. ζ΄25, Αποκ. ιβ΄6,14, ιγ΄5-7).

Δυστυχώς, με τη συμπαράσταση του κράτους, η εκκλησία προσπάθησε να επιβάλει τα διατάγματα και τις διδασκαλίες της σε όλους τους Χριστιανούς. Πολλοί εγκατέλειψαν την πίστη τους φοβούμενοι το διωγμό, ενώ όσοι έμειναν πιστοί στις βιβλικές διδασκαλίες, γνώρισαν σκληρούς διωγμούς. Ο χριστιανικός κόσμος έγινε πεδίον μάχης. Πολλοί φυλακίσθηκαν ή εκτελέσθηκαν στο όνομα του Θεού! Κατά τη διάρκεια των 1260 ετών εκατομμύρια πιστών γνώρισαν μεγάλους βασανισμούς, ενώ πολλοί πλήρωσαν με τη ζωή τους την υπακοή τους στο Χριστό.

Κάθε σταγόνα αίματος που έρρεε, άφηνε μια κηλίδα στο όνομα του Θεού και του Ιησού Χριστού. Τίποτε δε ζημίωσε το Χριστιανισμό περισσότερο από ό,τι αυτός ο άσπλαχνος διωγμός. Η αποκρουστικά παραμορφωμένη εικόνα του χαρακτήρα του Θεού που με τις πράξεις της έδωσε η εκκλησία, και η διδαχή του καθαρτηρίου και των αιώνιων βασάνων οδήγησαν πολλούς να απορρίψουν τελείως το Χριστιανισμό.

Πολύ πριν από τη Μεταρρύθμιση, φωνές μέσα από την Καθολική Εκκλησία διαμαρτύρονταν για τον ανήλεο φόνο των αντιφρονούντων, για τις αλαζονικές απαιτήσεις της και για τη διαφθορά. Η απροθυμία της εκκλησίας για μεταρρύθμιση έδωσε γέννηση στη Μεταρρύθμιση των Διαμαρτυρομένων κατά τον 16ον αιώνα. Η επιτυχία της ήταν ένα ισχυρό κτύπημα στην εξουσία και στο γόητρο της εκκλησίας της Ρώμης. Με μια αντιμεταρρυθμιστική προσπάθεια ο παπισμός αποδύθηκε σε έναν αιματηρό αγώνα για να αναχαιτίσει τη Μεταρρύθμιση, αλλά βαθμιαία έχανε τη μάχη κατά των δυνάμεων που πολεμούσαν για πολιτική και θρησκευτική ελευθερία.

Τελικά, το 1798, 1260 χρόνια μετά το 538, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία έλαβε το θανατηφόρο κτύπημα. (Αποκ. ιγ΄3). Οι θεαματικές νίκες των στρατευμάτων του Ναπολέοντα στην Ιταλία έθεσαν τον πάπα στο έλεος της επαναστατικής κυβέρνησης των Γάλλων, οι οποίοι είδαν στη θρησκεία αυτή έναν άσπονδο εχθρό της Δημοκρατίας. Η γαλλική κυβέρνηση έδωσε εντολή στο Ναπολέοντα να αιχμαλωτίσει τον πάπα. Κατά τις εντολές του ο στρατηγός Μπερτιέ εισήλθε στη Ρώμη, και διακήρυξε το τέλος της πολιτικής εξουσίας του παπισμού. Παίρνοντας αιχμάλωτο τον πάπα, ο Μπερτιέ τον έφερε στη Γαλλία, όπου ο πάπας πέθανε εξόριστος.

Η ανατροπή του παπισμού ήταν η αποκορύφωση μιας μακριάς σειράς γεγονότων που σχετίζονται με τη βαθμιαία παρακμή. Αυτό το γεγονός σημείωσε το τέλος της προφητικής περιόδου των 1260 ετών. Πολλοί Διαμαρτυρόμενοι ερμηνεύουν αυτό το γεγονός ως εκπλήρωση της προφητείας.