Η Γνώση περί Θεού

Οι πολλές θεωρίες που προσπαθούν να εξηγήσουν το Θεό και τα πολλά επιχειρήματα υπέρ ή κατά της ύπαρξής Του, αποδεικνύουν ότι η ανθρώπινη σοφία αδυνατεί να εισχωρήσει στο θείο. Το να εξαρτώμαστε μόνο από την ανθρώπινη σοφία για να μάθουμε περί Θεού, είναι σαν να χρησιμοποιούμε ένα μεγεθυντικό φακό για να μελετήσουμε τους αστερισμούς. Ως εκ τούτου, σε πολλούς η σοφία του Θεού είναι «αποκεκρυμμένη σοφία» (Α΄Κορ. β΄7). Γι’ αυτούς ο Θεός είναι ένα μυστήριο. Ο Απόστολος Παύλος έγραψε: «Ουδείς των αρχόντων του αιώνος τούτου εγνώρισε. Διότι αν ήθελον γνωρίσει, δεν ήθελον σταυρώσει τον Κύριον της δόξης» (Α΄Κορ. β΄8).

Μία από τις πιο βασικές εντολές της Αγίας Γραφής είναι: «Θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεό σου εξ όλης της καρδίας σου, και εξ όλης της ψυχής σου, και εξ όλης της διανοίας σου» (Ματθ. κβ΄37, Δευτ. ς΄5). Δεν μπορούμε να αγαπήσουμε κάποιον για τον οποίο δεν ξέρουμε τίποτε, και ούτε μπορούμε να εξιχνιάσουμε τα βάθη του Θεού (Ιώβ ια΄7). Τότε λοιπόν πώς μπορούμε να γνωρίσουμε και να αγαπήσουμε το Δημιουργό;

Ο Θεός Μπορεί να Γνωρισθεί. Έχοντας υπόψη την ανθρώπινη δυσχέρεια, ο Θεός από αγάπη και συμπάθεια μας πλησίασε μέσα από την Αγία Γραφή. Αυτή αποκαλύπτει ότι ο Χριστιανισμός δεν είναι ένα πρακτικό αναζητήσεων του ανθρώπου για το Θεό, αλλά είναι το αποτέλεσμα της αποκάλυψης που ο Θεός δίνει για τον εαυτό Του και για τις προθέσεις Του προς τον άνθρωπο. Αυτή η αποκάλυψη του εαυτού Του σκοπό είχε να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στον επαναστατημένο κόσμο και σε έναν περίφροντη Θεό.

Η εκδήλωση της μέγιστης αγάπης του Θεού έρχεται μέσα από την υπέρτατη αποκάλυψη του Ιησού Χριστού, του Υιού Του. Διαμέσου του Ιησού μπορούμε να γνωρίσουμε τον Πατέρα. Όπως δηλώνει ο Ιωάννης, «ο Υιός του Θεού ήλθε, και έδωκεν εις ημάς νόησιν, διά να γνωρίζωμεν τον αληθινόν» (ΑΊωάν. ε΄20).

Και ο Ιησούς είπε: «Αύτη είναι η αιώνιος ζωή, το να γνωρίζωσι σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και τον οποίον απέστειλας Ιησούν Χριστόν» (Ιωάν. ιζ΄3).

Αυτά είναι καλά νέα. Αν και είναι αδύνατον να γνωρίσουμε στην εντέλεια το Θεό, η Αγία Γραφή παρέχει μια εφικτή γνώση γι’ Αυτόν ώστε να εισέλθουμε σε μια σώζουσα σχέση μαζί Του.

Απόκτηση Γνώσης του Θεού. Διαφορετική από τις άλλες γνώσεις, η γνώση του Θεού, είναι τόσο θέμα καρδιάς όσο και μυαλού. Εμπλέκεται ολόκληρο το πρόσωπο και όχι μόνο η διάνοια. Απαιτείται ένα άνοιγμα προς το Άγιο Πνεύμα και η προθυμία να εκτελούμε το θέλημα του Θεού (Ιωάν. ζ΄17, Ματθ. ια΄27). Ο Ιησούς είπε: «Μακάριοι οι καθαροί την καρδίαν, διότι αυτοί θέλουσιν ιδεί τον Θεόν» (Ματθ. ε΄8).

Κατά συνέπεια, οι άπιστοι δεν μπορούν να καταλάβουν το Θεό. Ο Απόστολος Παύλος αναφωνεί: «Πού ο σοφός; πού ο γραμματεύς, πού ο συζητητής του αιώνος τούτου; Δεν εμώρανεν ο Θεός την σοφία του κόσμου τούτου; Διότι επειδή εν τη σοφία του Θεού ο κόσμος δεν εγνώρισε τον Θεόν διά της σοφίας, ηυδόκησεν ο Θεός διά της μωρίας του κηρύγματος να σώση τους πιστεύοντας» (Α΄Κορ. α΄20,21).

Ο τρόπος που μαθαίνουμε να γνωρίσουμε το Θεό από την Αγία Γραφή, διαφέρει από όλες τις άλλες μεθόδους απόκτησης γνώσης. Δεν μπορούμε να θέσουμε τον εαυτό μας υπεράνω του Θεού σαν αντικείμενο για να αναλυθεί και να προσδιορισθεί. Στην αναζήτησή μας να γνωρίσουμε το Θεό, οφείλουμε να δεχθούμε την αυθεντία της αποκάλυψης του εαυτού Του, που είναι η Βίβλος. Εφόσον η Αγία Γραφή ερμηνεύει τον εαυτό της, οφείλουμε να υποταχθούμε στις αρχές και στις μεθόδους που αυτή μας προμηθεύει. Χωρίς αυτή την καθοδηγητική γραμμή της Αγίας Γραφής δεν μπορούμε να γνωρίσουμε το Θεό.

Γιατί τόσοι πολλοί άνθρωποι στην εποχή του Χριστού δεν μπόρεσαν να δουν στο πρόσωπο του Ιησού την αποκάλυψη του Θεού; Επειδή αρνήθηκαν να υποταχθούν στην οδηγία του Αγίου Πνεύματος μέσα από την Αγία Γραφή, παρανόησαν το μήνυμα του Θεού και σταύρωσαν το Σωτήρα τους. Το πρόβλημά τους δεν ήταν διανοητικό. Η κλειστή καρδιά τους συσκότισε τη διάνοιά τους, με αποτέλεσμα την αιώνια απώλεια.