Η Οργάνωση της Εκκλησίας

Η εντολή του Χριστού να φέρουν το ευαγγέλιο σε όλο τον κόσμο περιλαμβάνει επίσης την καλλιέργεια εκείνων οι οποίοι ήδη δέχθηκαν το ευαγγέλιο. Νέα μέλη πρέπει να καθιερωθούν στην πίστη και να διδαχθούν να χρησιμοποιούν τα θεόδοτα τάλαντα και χαρίσματά τους στην αποστολή. Επειδή «ο Θεός δεν είναι ακαταστασίας», αλλά επιθυμεί όλα να γίνονται «ευσχημόνως και κατά τάξιν» (Α΄Κορ. ιδ΄33,40), η εκκλησία πρέπει να έχει μια απλή αλλά αποτελεσματική οργάνωση.

Η Φύση της Οργάνωσης. Ας έξετάσουμε τα μέλη της εκκλησίας και την οργάνωση.

1. Τα μέλη της εκκλησίας. ΄Οταν εκπληρώνουν ορισμένους όρους, οι πιστοί γίνονται μέλη της εκκλησίας της νέας διαθήκης. ΄Οταν κάποιος γίνει μέλος, αποδέχεται τη νέα σχέση προς τους ανθρώπους, προς το κράτος και προ το Θεό.

α. Οι ιδιότητες των μελών. Οι άνθρωποι που θέλουν να γίνουν μέλη της εκκλησίας Του, πρέπει να δεχθούν τον Ιησού Χριστό ως Κύριο και Σωτήρα, να μετανοήσουν για τις αμαρτίες τους, και να βαπτισθούν. (Πράξ. β΄36-41, δ΄10-12). Πρέπει να έχουν την εμπειρία της αναγέννησης και να δεχθούν την εντολή του Χριστού να διδάξουν στους άλλους όλα όσα ο Χριστός παρήγγειλε σε αυτούς. (Ματθ. κη΄20).

β. Ισότητα και υπηρεσία . Σύμφωνα με τη δήλωση του Χριστού ότι «πάντες σεις αδελφοί είσθε» και «ο μεγαλύτερος από σας θέλει είσθαι υπηρέτης σας» (Ματθ. κγ΄8,11), τα μέλη έχουν την εντολή να συσχετίζονται με βάση την ισότητα. Ακόμη πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι το να ακολουθούν το παράδειγμα του Ιησού σημαίνει να συνδράμουν στις ανάγκες των άλλων, οδηγώντας τους στο Διδάσκαλο.

γ. Ιεροσύνη όλων των πιστών. Με τη διακονία του Χριστού στο ουράνιο αγιαστήριο, το έργο της λευιτικής ιεροσύνης έχει λήξει. Τώρα η εκκλησία έγινε «ιεράτευμα άγιον». (Α΄Πέτρ. β΄5). Στη συνέχεια ο Πέτρος λέει: «Σεις όμως είσθε γένος εκλεκτόν, βασίλειον ιεράτευμα, έθνος άγιον, λαός τον οποίον απέκτησεν ο Θεός, διά να εξαγγείλητε τας αρετάς εκείνου, όστις σας εκάλεσεν εκ του σκότους εις το θαυμαστόν αυτού φως.» (Α΄Πέτρ. β΄9).

Αυτή η νέα τάξη, η ιεροσύνη όλων των πιστών, δεν επιτρέπει σε κάθε άτομο να σκέπτεται, να πιστεύει και να διδάσκει κατά την άποψή του χωρίς την ευθύνη του σώματος της εκκλησίας. Αυτό σημαίνει ότι το κάθε μέλος της εκκλησίας έχει ευθύνη να υπηρετήσει τους άλλους στο όνομα του Θεού, και μπορεί να επικοινωνήσει με Αυτόν κατευθείαν χωρίς ανθρώπινο διάμεσο. Επίσης, δίνει έμφαση στην αλλεξάρτηση των μελών της εκκλησίας, καθώς και στην ανεξαρτησία τους. Αυτή η ιεροσύνη δε δημιουργεί ποιοτική διαφορά ανάμεσα στον ιερωμένο και στο λαϊκό, αν και αφήνει χώρο για μια διαφορά στη λειτουργία ανάμεσα στους ρόλους αυτούς.

δ. Υποταγή στο Θεό και στο κράτος. Η Βίβλος αναγνωρίζει το χέρι του Θεού στην εγκαθίδρυση κυβέρνησης και εντέλλεται στους πιστούς να σέβονται τις πολιτικές Αρχές και να υπακούουν σε αυτές. Εκείνος που έχει την πολιτική εξουσία «του Θεού υπηρέτης είναι, εκδικητής διά να εκτελή την οργήν κατά του πράττοντος το κακόν». Γι’αυτό ο Παύλος λέει στα μέλη της εκκλησίας: «Απόδοτε λοιπόν εις πάντας τα οφειλόμενα. Εις όντινα οφείλετε τον φόρον, τον φόρον. Εις όντινα τον δασμόν, τον δασμόν. Εις όντινα τον φόβον, τον φόβον. Εις όντινα την τιμήν, την τιμήν.» (Ρωμ. ιγ΄4,7).

Στη στάση τους προς το κράτος τα μέλη οδηγούνται από την αρχή του Χριστού: «Απόδοτε λοιπόν τα του Καίσαρος εις τον Καίσαρα, και τα του Θεού εις τον Θεόν.» (Ματθ. κβ΄21). Αλλά αν το κράτος επεμβαίνει σε θεία εντολή, η ύψιστη υπακοή ανήκει στο Θεό. Οι απόστολοι είπαν: «Πρέπει να πειθαρχώμεν εις τον Θεόν μάλλον παρά εις τους ανθρώπους.» (Πράξ. ε΄29).

2. Η μείζων λειτουργία της εκκλησιαστικής οργάνωσης. Η εκκλησία οργανώθηκε για να επιτελέσει το σχέδιο του Θεού καλύπτοντας τον πλανήτη με τη γνώση της δόξας του Θεού. Μόνο η ορατή εκκλησία μπορεί να εξασκήσει τις ζωτικές λειτουργίες για να φθάσει στο σκοπό αυτό.

α. Λατρεία και παρότρυνση. Στο διάβα της ιστορίας η εκκλησία υπήρξε το όργανο του Θεού για να συγκεντρώνει τους πιστούς να λατρεύουν το Δημιουργό την ημέρα του Σαββάτου. Ο Χριστός και οι απόστολοί Του ακολούθησαν αυτή τη λατρευτική συνήθεια, και η Γραφή προτρέπει τους πιστούς σήμερα «μη αφίνοντες να συνερχώμεθα ομού . . . αλλά προτρέποντες αλλήλους, και τοσούτω μάλλον, όσον βλέπετε πλησιάζουσαν την ημέραν». (Εβρ. ι΄25, γ΄13). Η εκκλησιαστική λατρεία φέρνει στο λατρευτή ανανέωση, θάρρος και χαρά.

β. Χριστιανική συντροφικότητα. Η εκκλησία καλύπτει στο έπακρο τις βαθιές ανάγκες των μελών για συντροφικότητα. Η «εις το ευαγγέλιον κοινωνία» (Φιλιπ. α΄5) υπερβαίνει όλες τις άλλες σχέσεις, διότι δημιουργεί μια στενή σχέση με το Θεό, καθώς και με άλλους ομόπιστους. (ΑΊωάν. α΄3,6,7).

γ. Διδασκαλία από τη Γραφή. Ο Χριστός έδωσε στην εκκλησία «τα κλειδία της βασιλείας των ουρανών». (Ματθ. ις΄19). Αυτά τα κλειδιά είναι τα λόγια του Χριστού – όλα τα λόγια της Γραφής. Ιδιαίτερα εμπεριέχουν «το κλειδίον της γνώσεως» σχετικά με την είσοδο στη βασιλεία (Λουκά ια΄52). Τα λόγια του Ιησού είναι πνεύμα και ζωή για όσους τα δέχονται. (Ιωάν. ς΄63). Φέρνουν την αιώνια ζωή. (Ιωάν. ς΄68). 6

΄Οταν η εκκλησία διακηρύττει τις αλήθειες της Βίβλου, αυτά τα κλειδιά της σωτηρίας έχουν τη δύναμη να δέσουν και να λύσουν, να ανοίξουν και να κλείσουν τον ουρανό, επειδή γνωστοποιούν τα κριτήρια με τα οποία οι άνθρωποι γίνονται δεκτοί ή απορρίπτονται, σώζονται ή χάνονται. Έτσι, το ευαγγελικό κήρυγμα της εκκλησίας εκχέει «οσμή ζωής» ή «οσμή θανάτου» (Β΄Κορ. β΄16).

Ο Ιησούς γνώριζε τη σπουδαιότητα το να ζει κανείς «με πάντα λόγον εξερχόμενον διά στόματος Θεού». (Ματθ. δ΄4). Μόνο ενεργώντας έτσι η εκκλησία μπορεί να εκπληρώσει την εντολή του Ιησού να διδάξει όλα τα έθνη «να φυλάττωσι πάντα όσα παρήγγειλα εις εσάς». (Ματθ. κη΄20).

δ. Εφαρμογή των θείων θεσπισμάτων. Η εκκλησία είναι το όργανο του Θεού για την εφαρμογή του θεσπίσματος του βαπτίσματος, την τελετή για την είσοδο στην εκκλησία (δείτε το κεφάλαιο 14), και το θέσπισμα του νιψίματος των ποδών και του Κυριακού Δείπνου (δείτε το κεφάλαιο 15).

ε. Παγκόσμια διακήρυξη του ευαγγελίου. Η εκκλησία είναι οργανωμένη για ιεραποστολική δράση, να εκπληρώσει το έργο που ο Ισραήλ απέτυχε να κάνει. ΄Οπως βλέπουμε στη ζωή του Διδασκάλου, η μέγιστη υπηρεσία που η εκκλησία προσφέρει στον κόσμο, είναι να εκπληρώσει στο έπακρο την εντολή να κηρύξει το ευαγγέλιο «προς μαρτυρίαν εις πάντα τα έθνη» (Ματθ. κδ΄14), ενδυναμούμενη με το βάπτισμα του Αγίου Πνεύματος.

Αυτή η αποστολή περιλαμβάνει τη διακήρυξη του μηνύματος για την ετοιμασία της επιστροφής του Χριστού, η οποία απευθύνεται και στην ίδια την εκκλησία (Α΄Κορ. α΄7,8, Β΄Πέτρ. γ΄14, Αποκ. γ΄14-22, ιδ΄5), και για την υπόλοιπη ανθρωπότητα (Αποκ. ιδ΄6-12, ιη΄4).