Α, ναι, η πάντοτε ασαφή και απρόσωπη “ενέργεια”. Η “ενέργεια” αυτή αποτελεί την καλύτερη δυνατή εξήγηση που μπορεί να προκύψει, αφού φυσικά πρώτα έχει αξιωματικά απορριφθεί η ύπαρξη ενός προσωπικού Θεού. Εξάλλου είναι κατανοητό ότι η ανθρώπινη εξάρτηση από την αγάπη αποτελεί ένα μυστήριο για ένα μεγάλο μέρος της επιστημονικής κοινότητας. Υπάρχουν τουλάχιστον δύο λόγοι που εξηγούν το γιατί η επιστημονική κοινότητα καταλήγει σε τέτοιου είδους συμπεράσματα.
Πρώτον, η σύγχρονη επιστήμη προσπαθεί να κατανοήσει την αγάπη μέσα από ένα σύστημα συλλογισμού που βασίζεται σε ένα εγωκεντρικό μοντέλο πραγματικότητας όπου η αγάπη δεν παίζει κανένα ρόλο. Αρχίζοντας με την προϋπόθεση της επιβίωσης του ισχυρότερου η οποία υπαγορεύει ότι η αυτοσυντήρηση πρέπει να αποτελεί τον υψηλότερο νόμο και τον κύριο λόγο επιβίωσης – η αγάπη που κατά βάση είναι ανιδιοτελής δεν ταιριάζει. Γιατί όμως τα απλώς αυτοσυντηρούμενα εξελικτικά ζώα εκφράζουν αγάπη προς άλλα ζώα; Όλοι μας γνωρίζουμε πως η θεωρία της εξέλιξης είναι αμοιβαία αποκλειόμενη από κάθε στοιχείο αλτρουισμού. Αν η Δαρβινική λογική της φυσικής επιλογής είναι η αλήθεια όσον αφορά την ανθρώπινη καταγωγή, τότε δεν μπορούμε να μιλάμε για την ύπαρξη “φαινομένων” όπως η αγάπη – απλά και ξεκάθαρα.
Ο δεύτερος λόγος για την ύπαρξη του μυστηρίου της αγάπης συσχετίζεται με τον πρώτο. Μεγάλο μέρος της επιστημονικής κοινότητας επιμένει στην επεξήγηση όλων των εμπειρικών δεδομένων με βάση την προϋπόθεση ότι κανένα από αυτά δεν θα μπορούσε ποτέ να οδηγήσει στο συμπέρασμα της ύπαρξης ενός προσωπικού υπέρτατου όντος. Θεωρείτε ως δεδομένο ότι οι άνθρωποι εξελίχθηκαν από απρόσωπη ύλη, και συνεπώς δεν υπάρχει κάποια προσωπική διάσταση στην απόλυτη πραγματικότητα.
Αν η θεωρία της εξέλιξης ήταν αληθινή, τότε το λογικό επακόλουθο θα ήταν ότι θα έπρεπε να είμαστε απρόσωπες υλικές υπάρξεις, κυριαρχούμενες μόνο από το ένστικτο της επιβίωσης. Αλλά εδώ ακριβώς αναδεικνύεται το πρόβλημα: εφ’ όσον τα αποδεικτικά στοιχεία καταδεικνύουν ότι δεν είμαστε απλώς μηχανές βιολογικής επιβίωσης, αλλά είμαστε σχεδιασμένοι να ζούμε λαμβάνοντας δύναμη από την αγάπη που προσφέρουμε και λαμβάνουμε , τότε δημιουργείτε ένα σοβαρό ρήγμα στο συνειρμό της εξελικτικής λογικής. Η έννοια της ύπαρξης ενός προσωπικού Θεού είναι το κλειδί για να κατανοήσουμε τους εαυτούς μας, όμως πολλοί επιστήμονες απλά δεν θέλουν να εμφανιστεί ο Θεός στο σκηνικό της ανθρώπινης προέλευσης. Είναι αποφασισμένοι να παρουσιάσουν κάποια λογική εξήγηση για την αγάπη, χωρίς όμως την παραδοχή της ύπαρξης του Θεού. Το καλύτερο όμως που μπορούν να κάνουν είναι το να μιλούν για μία ομιχλώδη και απρόσωπη “ενέργεια” ως το στοιχείο εκείνο που θα μπορούσε να είναι η πηγή αυτού του ακατανόητου φαινομένου που ονομάζουμε “αγάπη”. Είναι ξεκάθαρο ότι μέσα στο ισχύων φυσιογνωστικό μοντέλο πραγματικότητας η αγάπη δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Όμως αυτή υπάρχει και μπερδεύει τον επιστημονικό κόσμο.
Ένας από τους επιστήμονες τους οποίους συνάντησε ο Dr. Οrnish , δηλώνει: “ Νομίζω ότι το να εξετάσουμε αυτή τη συνάρτηση μεταξύ σχέσης και επιβίωσης, είναι το πιο σημαντικό πράγμα που μπορεί να γίνει εντός του πεδίου δράσης μας αυτή τη στιγμή. Διερχόμαστε μια μείζονα κρίση. Έχουμε τόνους δεδομένων, χωρίς κάποια θεωρία, χωρίς κάποιο τρόπο ώστε να μπορέσουμε να τα συνδέσουμε… χωρίς κάποιο εννοιολογικό μοντέλο που να ταιριάζει ” (Αγάπη και Επιβίωση, σελ. 174). Με άλλα λόγια, διαθέτουμε τόνους δεδομένων που όλα καταδεικνύουν προς το αναπόφευκτο γεγονός πως οι άνθρωποι είναι με κάποιον τρόπο, για κάποιο λόγο, ψυχολογικά και βιολογικά σχεδιασμένοι για να δημιουργούν ανιδιοτελείς σχέσεις, αλλά δεν έχουμε καμία ιδέα γιατί είμαστε κάτι τέτοιο, διότι αν ότι πιστεύουμε σχετικά με την καταγωγή της ζωής αληθεύει, τότε δεν θα έπρεπε να είμαστε έτσι. Ωστόσο, οι συσσωρευμένες πληροφορίες δείχνουν σε κάτι πέρα από το μοντέλο πραγματικότητας που έχουμε, ή αυτού που επιθυμούμε να πιστεύουμε.


