Έμπνευση της Αγίας Γραφής

Ο Απόστολος Παύλος μας ενημερώνει πως «όλη η Γραφή είναι θεόπνευστος» (Β΄ Προς Τιμοθέον 3:16).

Θεόπνευστος σημαίνει με την πνοή του Θεού. Ο Θεός ενέπνευσε τα μηνύματά Του στις διάνοιες των ανθρώπων, οι οποίοι με τη σειρά τους τα διατύπωσαν με τα λόγια που βρίσκουμε στην Αγία Γραφή.

Ως εκ τούτου, έμπνευση είναι η διαδικασία μέσα από την οποία ο Θεός γνωστοποιεί την αιώνια αλήθειά της αμετάβλητης αγάπης Του προς εμάς.

Η Διαδικασία της Έμπνευσης

Η θεία αποκάλυψη δόθηκε με την έμπνευση του Θεού. Ο απόστολος Πέτρος μας το επιβεβαιώνει λέγοντας ότι «από το Άγιο Πνεύμα οδηγούμενοι, μίλησαν οι άγιοι άνθρωποι του Θεού» (Β΄ Πέτρου 1:21).

Οι αποκαλύψεις αυτές διατυπώθηκαν με ανθρώπινη γλώσσα, με όλες τις περιορισμένες δυνατότητες και τις ατέλειές της, αλλά παραμένουν μαρτυρία του Θεού.

Ο Θεός, δηλαδή, εμπνέει στους ανθρώπους την ουσία του μηνύματος,  δεν υπαγορεύει τις λέξεις.

Παρόλο που σε μερικές περιπτώσεις παρατηρούμε ότι οι συγγραφείς έλαβαν την εντολή να καταγράψουν συγκεκριμένα λόγια του Θεού, στις περισσότερες περιπτώσεις ο Θεός τους καθοδήγησε να περιγράψουν με τον καλύτερο τρόπο τους ό,τι είδαν και άκουσαν. Στις περιπτώσεις αυτές οι συγγραφείς προσέφευγαν στη γλώσσα τους και στο ύφος της γραφής τους.

Ειδικότερα, διαβάζοντας την επισήμανση του απόστολου Παύλου ότι «τα δε πνεύματα των προφητών υποτάσσονται στους προφήτες» (Α΄ Προς Κορινθίους 14:32) συμπεράνουμε ότι η γνήσια έμπνευση δεν εξαλείφει την ατομικότητα, τη λογική, την ακεραιότητα ή την προσωπικότητα του προφήτη.

Έμπνευση και ατομικότητα

Επειδή ο Θεός δεν εξαλείφει την ατομικότητα και την προσωπικότητα του προφήτη, το λεξιλόγιο και το ύφος  των διαφόρων βιβλίων της Αγίας Γραφής ποικίλει.

Με άλλα λόγια, η Αγία Γραφή δεν είναι ο τύπος της σκέψης και έκφρασης του Θεού.

Οι άνθρωποι συχνά θα πουν ότι μια τέτοια έκφραση δεν είναι θεία. Ο Θεός δε θέτει τον εαυτό Του προς κρίση στην Αγία Γραφή από τις λέξεις, τη λογική, τη ρητορική.

Οι συγγραφείς της Αγίας Γραφής ήταν άνθρωποι της πένας, αλλά όχι η πένα του Θεού.

Η έμπνευση δεν ενεργεί επάνω στις λέξεις του ανθρώπου ή στις εκφράσεις, αλλά επάνω στον ίδιο τον άνθρωπο, ο οποίος κάτω από την επιρροή του Αγίου Πνεύματος εμποτίζεται με σκέψεις.

Όσο για τις λέξεις, αυτές φέρουν τη σφραγίδα της ατομικής διάνοιας. Η θεία διάνοια διαχέεται. Η θεία διάνοια και θέληση συνδυάζεται με την ανθρώπινη διάνοια και θέληση.

Σε μια και μόνη περίπτωση βλέπουμε ο Θεός να μιλάει και έπειτα να γράφει ακριβώς τα ίδια λόγια – στις Δέκα Εντολές. Αυτές έχουν θεία και όχι ανθρώπινη σύνθεση (Έξοδος 20:1-17, 31:18, Δευτερονόμιο 10:4,5), παρά το γεγονός ότι εκφράσθηκαν μέσα στα όρια της ανθρώπινης γλώσσας..

Υπάρχει μια παραλληλία ανάμεσα στην ενσάρκωση του Ιησού και στην Αγία Γραφή. Ο Ιησούς έγινε Θεάνθρωπος, το θείο και το ανθρώπινο σε ένα πρόσωπο. Ομοίως, και η Αγία Γραφή είναι ταυτοχρόνως ανθρώπινη και θεία.

Έμπνευση και οι Συγγραφείς

Το Άγιο Πνεύμα ετοίμασε ορισμένα πρόσωπα να μεταδώσουν τη θεία αλήθεια.

Ωστόσο, στην Αγία Γραφή δεν εξηγείται λεπτομερώς πώς το Άγιο Πνεύμα διαμόρφωσε μια σχέση ανάμεσα στο θείο και στον ανθρώπινο παράγοντα.

Εκείνοι που έλαβαν μέρος στη συγγραφή της Αγίας Γραφής, δεν εκλέχθηκαν με βάση τα φυσικά ταλέντα, ούτε η θεία αποκάλυψη οπωσδήποτε οδήγησε το άτομο αυτό στο Θεό ή του εξασφάλισε την αιώνια ζωή.

Για παράδειγμα, ο Βαλαάμ μετέφερε ένα μήνυμα με θεία έμπνευση, αλλά ενήργησε αντίθετα προς τις συμβουλές του Θεού (Αριθμοί 22:24). Ο βασιλιάς Δαβίδ, τον οποίο χρησιμοποίησε το Άγιο Πνεύμα, διέπραξε μεγάλα εγκλήματα (Ψαλμός 51).

Όλοι οι συγγραφείς της Αγίας Γραφής ήταν άνθρωποι αμαρτωλοί, που είχαν ανάγκη καθημερινά τη θεία χάρη (Προς Ρωμαίους 3:12).

Έμπνευσή ≠ φώτιση

Η έμπνευση της οποίας την εμπειρία είχαν οι βιβλικοί συγγραφείς, ήταν πολύ περισσότερο από μια απλή φώτιση ή θεία καθοδήγηση, επειδή αυτές τις λαμβάνουν όλοι όσοι αναζητούν την αλήθεια.

Πράγματι, οι βιβλικοί συγγραφείς μερικές φορές έγραφαν χωρίς να καταλαβαίνουν στην πληρότητά του το θείο μήνυμα που μετέδιδαν(Α΄ Πέτρου 1:10-12).

Επίσης, οι αντιδράσεις των συγγραφέων στα μηνύματα που έφερναν, δεν ήταν ομοιόμορφες. Ο Δανιήλ και ο απόστολος Ιωάννης, για παράδειγμα, είπαν ότι βρέθηκαν σε μεγάλη αμηχανία μπροστά στα γραπτά τους (Δανιήλ 8:27, Αποκάλυψη 5:4).

Ο απόστολος Πέτρος επίσης σημειώνει ότι και άλλοι συγγραφείς διερεύνησαν τη σημασία των μηνυμάτων τους ή των μηνυμάτων άλλων προφητών (Α΄ Πέτρου 1:10).

Μερικές φορές αυτά τα άτομα φοβούνταν να διακηρύξουν κάποιο εμπνευσμένο μήνυμα, και μερικοί μάλιστα ήρθαν σε διαφωνία με το Θεό (Αββακούμ 1, Ιωνάς 1:1-3, 4:1-11).

Η Μέθοδος και το Περιεχόμενο της Αποκάλυψης

Μελετώντας την Αγία Γραφή ως προς την μέθοδο της αποκάλυψης παρατηρούμε ότι το Άγιο Πνεύμα συχνά μεταβιβάζει θεία γνώση μέσα από οράματα και όνειρα (Αριθμοί 12:6).

Μερικές φορές μιλάει ευδιάκριτα ή στις εσωτερικές αισθήσεις του ανθρώπου. Ο Θεός μίλησε στο Σαμουήλ απευθείας  (Σαμουήλ 9:15).

Ο Ζαχαρίας έλαβε συμβολική απεικόνιση με ερμηνείες (Ζαχαρίας 4). Τα ουράνια οράματα που έλαβαν ο απόστολος Παύλος και ο απόστολος Ιωάννης συνοδεύονταν από προφορικές επεξηγήσεις (Β΄ Προς Κορινθίους 12:1-4, Αποκάλυψη 4 και 5).

Ο Ιεζεκιήλ στα οράματα παρακολούθησε γεγονότα που διαδραματίσθηκαν σε άλλη περιοχή (Ιεζεκιήλ 8).

Μερικοί συγγραφείς συμμετείχαν στα οράματά τους, εκτελώντας κάποια πράξη που ήταν μέρος του ιδίου του οράματος (Αποκάλυψη 10).

Όσο για τα περιεχόμενα, σε μερικούς το Άγιο Πνεύμα αποκάλυψε μελλοντικά γεγονότα (Δανιήλ 2, 7, 8, 12).

Άλλοι συγγραφείς καταχώρησαν ιστορικά γεγονότα, είτε με βάση την προσωπική τους εμπειρία είτε συγκεντρώνοντας υλικό από υπάρχουσες ιστορικές πηγές (Κριταί, Α΄Σαμουήλ, Β΄Χρονικών, Ευαγγέλια, Πράξεις).

Έμπνευση και Ιστορία

Οι συγγραφείς της Αγίας Γραφής θεωρούσαν όλες τις προγενέστερες ιστορικές αφηγήσεις της ως αληθινές ιστορικές καταχωρήσεις και όχι ως μύθους και σύμβολα.

Πολλοί σύγχρονοι σκεπτικιστές απορρίπτουν την ιστορία του Αδάμ και της Εύας, του Ιωνά ή/και του Κατακλυσμού.

Ο Ιησούς Χριστός όμως τις δεχόταν όλες ως ιστορικώς ακριβή και με πνευματικό περιεχόμενο (Κατά Ματθαίον 12:39-41, 19:4-6, 24:37-39).

Η ιστορία που αποκαλύπτεται στην Αγία Γραφή έχει να κάνει με την εξέλιξη  του σχεδίου της συμφιλίωσης της ανθρωπότητας με τον Θεό, στη δυναμική Του αλληλεπίδραση με την ανθρώπινη φυλή, η οποία είναι βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα που συνέβησαν σε συγκεκριμένο χρόνο και χώρο.

Η εκυρότητα των ιστορικών αφηγήσεων είναι στο έπακρο σπουδαία, επειδή αυτά σχηματίζουν το πλαίσιο για να κατανοήσουμε το χαρακτήρα του Θεού και τις προθέσεις Του για μας.

Αυτές οι ιστορικές αφηγήσεις, γραμμένες από μια διαφορετική άποψη από ό,τι η ιστορία που ξέρουμε από τα σχολικά βιβλία, αποτελούν ένα σπουδαίο τμήμα της Αγίας Γραφής (Αριθμοί 33:1,2, Ναυή 24:25,26, Ιεζεκιήλ 24:1,2). Μας γνωστοποιούν την ιστορία με ακρίβεια και αντικειμενικότητα, ιδωμένη από θεία προοπτική.

Το Άγιο Πνεύμα έδωσε στους συγγραφείς ειδική διορατικότητα ώστε να μπορούν να καταγράφουν γεγονότα διαμάχης μεταξύ του καλού και του κακού τα οποία αναδεικνύουν το χαρακτήρα του Θεού και οδηγούν τους ανθρώπους στην αναζήτηση της σωτηρίας τους.

Ιστορικά γεγονότα ως παραδείγματα

Σύμφωνα με τον απόστολο Παύλο, η περιγραφή των ιστορικών γεγονότων στην Αγία Γραφή λειτουργεί ως  «παραδείγματα σ’ εκείνους, και γράφτηκαν για τη νουθεσία μας, στους οποίους έφτασαν τα τέλη των αιώνων» (Α΄ Προς Κορινθίους 10:11).

Τα παραδείγματα αυτά σύμφωνα με τον απόστολο Παύλο «γράφτηκαν από πριν για τη δική μας διδασκαλία, για να έχουμε την ελπίδα με την υπομονή και την παρηγοριά των γραφών» (Προς Ρωμαίους 15:4).

Ως τούτο, η εμπειρία της δικαίωσης του Αβραάμ αποτελεί παράδειγμα για κάθε πιστό (Προς Ρωμαίους 4:1-25, Ιακώβου 2:14-22).

Οι πολιτικοί νόμοι της Παλαιάς Διαθήκης που αφθονούν σε βαθιές πνευματικές έννοιες, γράφηκαν προς δικό μας όφελος (Α΄ Προς Κορινθίους 9:8,9).

Ο ευαγγελιστής Λουκάς αναφέρει ότι έγραψε το Ευαγγέλιό του επειδή ήθελε να δώσει μια περιγραφή της ζωής του Ιησού στο Θεόφιλο, «για να γνωρίσεις τη βεβαιότητα των πραγμάτων, για τα οποία κατηχήθηκες» (Κατά Λουκάν 1:4).

Το κριτήριο του απόστολου Ιωάννη για ποια γεγονότα της ζωής του Ιησού θα συμπεριλάβει στο Ευαγγέλιό του ήταν «για να πιστέψετε ότι ο Iησούς είναι ο Xριστός, ο Yιός τού Θεού, και πιστεύοντας να έχετε ζωή στο όνομά του» (Κατά Ιωάννην 20:31).

Ο Θεός οδήγησε τους συγγραφείς της Αγίας Γραφής να παρουσιάσουν την ιστορία με τέτοιο τρόπο ώστε να μας οδηγήσουν στο να Τον γνωρίσουμε καλύτερα και να Τον εμπιστευτούμε.

Έμπνευση και οι βιογραφίες των βιβλικών προσωπικοτήτων

Οι βιογραφίες των βιβλικών προσωπικοτήτων μάς προσφέρουν μια ακόμη απόδειξη της θείας έμπνευσης.

Οι αφηγήσεις αυτές σκιαγραφούν με επιμέλεια τόσο τις αδυναμίες όσο και τη δύναμη του χαρακτήρα τους. Με ακρίβεια περιγράφουν και τις αμαρτίες τους και τις επιτυχίες τους.

Κανένα κάλυμμα δεν κρύβει την έλλειψη αυτοελέγχου του Νώε ή την απάτη του Αβραάμ.

Οι παροξυσμοί του χαρακτήρα που έδειξαν ο Μωυσής, ή οι απόστολοι Παύλος,  Ιάκωβος και Ιωάννης καταχωρήθηκαν.

Η βιβλική ιστορία εκθέτει τις πτώσεις του σοφότερου βασιλιά του Ισραήλ και τα ελαττώματα των δώδεκα πατριαρχών και των δώδεκα αποστόλων.

Στην αφήγηση των βιογραφιών καταγραμμένη υπό την θεία έμπνευση, οι μη αποδεκτές πράξεις και συμπεριφορές των ανθρώπων αυτών ούτε δικαιολογούνται, ούτε επιδιώκεται να ελαχιστοποιηθεί η ενοχή τους.

Περιγράφονται οι ζωές τους με όλες τις συνέπιες των επιλογών τους.

Η Ακρίβεια της Αγίας Γραφής

Μέχρι ποιό σημείο ο Θεός διατήρησε αυτούσιο το κείμενο κατά τη μεταβίβασή του για να μας βεβαιώσει ότι είναι έγκυρη και αληθινή;

Είναι σαφές ότι ενώ τα αρχαία χειρόγραφα διαφέρουν, οι ουσιώδεις αλήθειες τους έχουν διαφυλαχθεί.

Από την ανθρώπινη σκοπιά, είναι σίγουρο ότι οι αντιγραφείς και οι μεταφραστές της Αγίας Γραφής έκαναν μικρολάθη. Ωστόσο, οι αποδείξεις της βιβλικής αρχαιολογίας αποκαλύπτουν ότι πολλά υποτιθέμενα λάθη οφείλονται σε παρερμηνείες.

Ορισμένα από αυτά τα προβλήματα προέκυψαν επειδή οι μη ανατολίτες χριστιανοί διάβαζαν τη βιβλική ιστορία μέσα από τα μάτια και τη νοοτροπία του δυτικού κόσμου.

Ως εκ τούτου συχνά οι «διαφορές» είναι προϊόντα της λανθασμένης μας αντίληψης παρά πραγματικό λάθος.

Παρά τις προσπάθειες που έγιναν για την καταστροφή της, η Αγία Γραφή διατηρήθηκε με θαυμαστή και μάλιστα θαυματουργή ακρίβεια.

Η σύγκριση των κυλίνδρων της Νεκράς Θαλάσσης με τα μεταγενέστερα χειρόγραφα της Παλαιάς Διαθήκης αποδεικνύει τη φροντίδα με την οποία μεταβιβάσθηκαν τα κείμενα.

Όλα αυτά βεβαιώνουν την αξιοπιστία της Αγίας Γραφής ως η αλάνθαστη αποκάλυψη του θελήματος του Θεού.