Η Πτώση

Αν και δημιουργήθηκαν τέλειοι και κατά την εικόνα του Θεού, και τοποθετήθηκαν σε ένα τέλειο περιβάλλον, ο Αδάμ και η Εύα έγιναν παραβάτες. Ποια ριζική – και τρομερή – μεταμόρφωση επήλθε;

Η Προέλευση της Αμαρτίας. Αν ο Θεός δημιούργησε έναν τέλειο κόσμο, πώς μπορούσε να αναπτυχθεί η αμαρτία;

1. Ο Θεός και η προέλευση της αμαρτίας. Ο Θεός ο Δημιουργός είναι επίσης ο γενεσιουργός της αμαρτίας; Η Γραφή δείχνει ότι ο Θεός από τη φύση Του είναι άγιος (Ησ. ς΄3), και δεν υπάρχει σε Αυτόν αδικία. «Τα έργα αυτού είναι τέλεια, διότι πάσαι αι οδοί αυτού είναι κρίσις. Θεός πιστός, και δεν υπάρχει αδικία εν αυτώ. Δίκαιος και ευθύς είναι αυτός.» (Δευτ. λβ΄4). Η Γραφή δηλώνει: «Μη γένοιτο να υπάρχη εις τον Θεόν αδικία και εις τον Παντοδύναμον ανομία.» (Ιώβ λδ΄10). «Ο Θεός είναι απείραστος κακών, και αυτός ουδένα πειράζει.» (Ιακ. α΄13). Μισεί την αμαρτία (Ψαλμ. ε΄4, ια΄5). Η αρχική Δημιουργία του Θεού ήταν «καλή λίαν» (Γέν. α΄31). ΄Οχι μόνο δεν είναι αίτιος της αμαρτίας, αλλά είναι «αίτιος σωτηρίας αιωνίου εις πάντας τους υπακούοντας εις αυτόν.» (Εβρ. ε΄9).

2. Ο αίτιος της αμαρτίας. Ο Θεός μπορούσε να είχε προνοήσει για την αμαρτία δημιουργώντας ένα σύμπαν με ρομπότ που θα έκαναν όσα είχαν προγραμματισθεί σε αυτά να κάνουν. Αλλά η αγάπη του Θεού απαιτούσε να δημιουργήσει υπάρξεις που θα ανταποκρίνονταν ελεύθερα στην αγάπη Του, και μια τέτοια ανταπόκριση επιτυγχάνεται μόνο από υπάρξεις που έχουν τη δύναμη της εκλογής.

Παρέχοντας στη δημιουργία Του αυτό το είδος της ελευθερίας, αυτό σήμαινε ότι θα υπήρχε περίπτωση κάποια από τα δημιουργήματα του Θεού να απομακρυνθούν από Αυτόν. Δυστυχώς, ο Εωσφόρος, μια υψηλά ιστάμενη ύπαρξη στον αγγελικό κόσμο, περηφανεύθηκε. (Ιεζ. κη΄17, Α΄Τιμ. γ΄6). Ανικανοποίητος από τη θέση του στην κυβέρνηση του Θεού (Ιούδα 6), άρχισε να εποφθαλμιά την ίδια τη θέση του Θεού. (Ησ. ιδ΄12-14). Σε μια προσπάθεια να αναλάβει τον έλεγχο του σύμπαντος, αυτός ο έκπτωτος άγγελος σκόρπισε σπόρους δυσαρέσκειας μεταξύ των αγγέλων γύρω του, και κέρδισε την υποταγή πολλών. Η ουράνια αυτή διαμάχη έλαβε τέλος όταν ο Εωσφόρος, γνωστός τώρα ως Σατανάς, ο αντίπαλος, και οι άγγελοί του εκδιώχθηκαν από τον ουρανό. (Αποκ. ιβ΄4,7-9, δείτε επίσης το κεφάλαιο 8).

3. Η προέλευση της αμαρτίας στην ανθρώπινη φυλή. Απτόητος για την εκδίωξή του από τον ουρανό, ο Σατανάς αποφάσισε να παρασύρει και άλλους να ενωθούν στην επανάστασή του κατά της κυβέρνησης του Θεού. Η προσοχή του ελκύσθηκε από τη νεοδημιουργημένη ανθρώπινη φυλή. Πώς μπορούσε να οδηγήσει τον Αδάμ και την Εύα στην επανάσταση; Αυτοί ζούσαν σε έναν τέλειο κόσμο, με όλα τα αναγκαία που τους προμήθευσε ο Δημιουργός τους. Πώς μπορούσαν ποτέ να μείνουν ανικανοποίητοι και να δείξουν δυσπιστία σε Αυτόν που ήταν η πηγή της ευτυχίας τους; Η εξιστόρηση της πρώτης αμαρτίας δίνει την απάντηση.

Στην επίθεσή του προς τις πρώτες ανθρώπινες υπάρξεις, ο Σατανάς αποφάσισε να τους πιάσει στον ύπνο. Πλησιάζοντας την Εύα όταν ήταν κοντά στο δένδρο της γνώσης του καλού και του κακού, ο Σατανάς – μεταμφιεσμένος σε φίδι -της ρώτησε για την απαγόρευση του Θεού να φάει από το καρπό του δένδρου. ΄Οταν η Εύα βεβαίωσε ότι ο Θεός είχε πει πως θα πέθαιναν αν έτρωγαν από τον καρπό, ο Σατανάς αμφισβήτησε τη θεία απαγόρευση λέγοντας: «Βεβαίως δεν θέλετε αποθάνει.» Ξεσήκωσε την περιέργειά της υποβάλλοντας την ιδέα ότι ο Θεός προσπαθούσε να την εμποδίσει από τη θαυμάσια νέα εμπειρία να είναι όπως ο Θεός. (Γέν. γ΄4,5). Αμέσως ρίζωσε η αμφιβολία για το λόγο του Θεού. Η Εύα ξεμυαλίσθηκε με τις μεγάλες δυνατότητες που λέχθηκε ότι ο καρπός μπορεί να δώσει. Ο πειρασμός άρχισε να κάνει θραύση στην καθαγιασμένη διάνοιά της. Η πίστη στο λόγο του Θεού τώρα άλλαξε σε πίστη στο λόγο του Σατανά. Ξαφνικά φαντάσθηκε «ότι το δένδρον ήτο καλόν εις βρώσιν, και ότι ήτο αρεστόν εις τους οφθαλμούς, και επιθυμητόν το δένδρον ως δίδον γνώσιν». Ανικανοποίητη για τη θέση της, η Εύα υπέκυψε στον πειρασμό να γίνει όμοια με το Θεό. «Λαβούσα εκ του καρπού αυτού, έφαγε, και έδωκε και εις τον άνδρα αυτής μεθ’εαυτής, και αυτός έφαγε.» (Γέν. γ΄6).

Εμπιστευόμενη στις αισθήσεις της παρά στο λόγο του Θεού, η Εύα απέκοψε την εξάρτησή της από το Θεό, έπεσε από την υψηλή θέση της, και βυθίσθηκε στην αμαρτία. Επομένως, η πτώση της ανθρώπινης φυλής κατά πρώτον χαρακτηρίσθηκε από τη διακοπή της πίστης στο Θεό και στο λόγο Του. Η απιστία οδήγησε στην ανυπακοή, ή οποία, με τη σειρά της, είχε σαν αποτέλεσμα τη διακοπή της σχέσης, και τελικά το χωρισμό του ανθρώπου από το Θεό.

Η Επίπτωση της Αμαρτίας. Ποιες ήταν οι άμεσες και μακρόχρονες συνέπειες της αμαρτίας; Πώς επηρέασε την ανθρώπινη φύση; Και ποια προοπτική υπάρχει για να εξαλειφθεί η αμαρτία και να βελτιωθεί η ανθρώπινη φύση;

1. ΟΙ άμεσες συνέπειες. Η πρώτη συνέπεια της αμαρτίας είναι η αλλαγή στην ανθρώπινη φύση που επηρέασε τις διαπροσωπικές σχέσεις, καθώς και τις σχέσεις με το Θεό. Το χαροποιό νέο, η εμπειρία να ανοιχθούν τα μάτια τους έφερε στον Αδάμ και στην Εύα μόνο αισθήματα ντροπής (Γεν. γ΄7). Αντί να γίνουν όμοιοι του Θεού, όπως τους υποσχέθηκε ο Σατανάς, φοβήθηκαν και προσπάθησαν να κρυφθούν. (Γέν. γ΄8-10).

΄Οταν ο Θεός ρώτησε στον Αδάμ και στην Εύα για την αμαρτία τους, αντί να παραδεχθούν το λάθος τους, προσπάθησαν να επιρρίψουν την ευθύνη ο ένας στον άλλον. Ο Αδάμ είπε: «Η γυνή την οποίαν έδωκας να ήναι μετ’εμού, αυτή μοι έδωκεν από του δένδρου και έφαγον.» (Γέν. γ΄12). Τα λόγια του υπονοούσαν ότι οι δύο η Εύα και, έμμεσα, ο Θεός ήταν υπεύθυνοι για την αμαρτία του, σαφώς δείχνοντας πώς η αμαρτία του διέκοψε τη σχέση του με τη γυναίκα του και το Δημιουργό του. Η Εύα, με τη σειρά της, κατηγόρησε το φίδι. (Γέν. γ΄13).

Οι τρομερές συνέπειες που επήλθαν, αποκαλύπτουν τη σοβαρότητα της παράβασής τους. Ο Θεός καταράσθηκε το διάμεσο του Σατανά – το φίδι – καταδικασμένο στο εξής να σέρνεται στην κοιλιά του σαν μια συνεχή υπενθύμιση της πτώσης (Γέν. γ΄14). Στη γυναίκα ο Θεός είπε: «Θέλω υπερπληθύνει τας λύπας σου και τους πόνους της κυοφορίας σου. Με λύπας θέλεις γεννά τέκνα, και προς τον άνδρα σου θέλει είσθαι η επιθυμία σου, και αυτός θέλει σε εξουσιάζει.» (Γέν. γ΄16). Και επειδή ο Αδάμ άκουσε τη γυναίκα του αντί να ακούσει το Θεό, η γη δέχθηκε την κατάρα για να αυξήσει την αγωνία και το μόχθο της εργασίας του. «Κατηραμένη να ήναι η γη εξ αιτίας σου. Με λύπας θέλεις τρώγει τους καρπούς αυτής πάσας τας ημέρας της ζωής σου, και ακάνθας και τριβόλους θέλει βλαστάνει εις σε και θέλεις τρώγει τον χόρτον του αγρού. Εν τω ίδρωτι του προσώπου σου θέλεις τρώγει τον άρτον σου, εωσού επιστρέψης εις την γην εκ της οποίας ελήφθης.» (Γέν γ΄17-19).

Προς επαναβεβαίωση του αναλλοίωτου του νόμου Του, και ότι κάθε παράβαση οδηγεί στο βέβαιο θάνατο, ο Θεός είπε, «γη είσαι και εις την γην θέλεις επιστρέψει». (Γέν. γ΄19). Εκτέλεσε την ετυμηγορία Του εκδιώκοντας τους παραβάτες από την εδεμική κατοικία τους, αποκόπτοντας την άμεση επικοινωνία με Αυτόν (Γέν. γ΄8), εμποδίζοντάς τους να έχουν πρόσβαση στο δένδρο της ζωής, την πηγή της αιώνιας ζωής. Έτσι, ο Αδάμ και η Εύα έγιναν θνητοί. (Γέν. γ΄22).

2. Ο χαρακτήρας της αμαρτίας. Πολλά βιβλικά κείμενα, συμπεριλαμβανομένης ιδιαίτερα της αφήγησης για την πτώση, κάνουν σαφές ότι η αμαρτία είναι ηθικό κακό – το αποτέλεσμα μιας ελεύθερης ηθικής επιλογής της παράβασης του γνωστοποιημένου θελήματος του Θεού. (Γέν. γ΄1-6, Ρωμ. α΄18-22).

α. Ο ορισμός της αμαρτίας. Ο βιβλικός ορισμός της αμαρτίας βρίσκεται στα ακόλουθα εδάφια: «η αμαρτία είναι ανομία» (Α΄Ιωάν. γ΄4), «εις τον όστις λοιπόν εξεύρει να κάμνη το καλόν και δεν κάμνει, εις αυτόν είναι αμαρτία» (Ιακ. δ΄17), «παν ό,τι δεν γίνεται εκ πίστεως, είναι αμαρτία» (Ρωμ. ιδ΄23). Ένας πλήρης και περιεκτικός ορισμός της αμαρτίας είναι «κάθε παρέκκλιση από το γνωστό θέλημα του Θεού, είτε η παράληψη να κάνουμε ό,τι ο Θεός κατηγορηματικά παρήγγειλε ή να κάνουμε ό,τι κατηγορηματικά απαγόρευσε». 8

Η αμαρτία δε γνωρίζει ουδετερότητα. Ο Χριστός δηλώνει: «΄Οστις δεν είναι μετ’εμού, είναι κατ’εμού.» (Ματθ. ιβ΄30). Η έλλειψη πίστης προς Αυτόν είναι αμαρτία. (Ιωάν. ις΄9).Η αμαρτία είναι απόλυτη στο χαρακτήρα της επειδή είναι επανάσταση κατά του Θεού και του θελήματός Του. Κάθε αμαρτία, μικρή ή μεγάλη, επιφέρει την ετυμηγορία ‘’ενοχή’’. «Διότι όστις φυλάξη όλον τον νόμον και πταίση εις έν, έγεινεν ένοχος πάντων.» (Ιακ. β΄10).

β. Η αμαρτία περιλαμβάνει τόσο τις σκέψεις όσο και τις πράξεις. Συχνά η αμαρτία αναφέρεται μόνο σε συγκεκριμένες και ορατές πράξεις της παραβίασης του νόμου. Αλλά ο Χριστός είπε ότι η οργή εναντίον κάποιου είναι παράβαση της έκτης εντολής του Δεκαλόγου «μη φονεύσης» (΄Εξ. κ΄13), και ότι οι λάγνες επιθυμίες παραβιάζουν την εντολή «μη μοιχεύσης» (Έξ. κδ΄14). Γι’αυτό η αμαρτία περιλαμβάνει όχι μόνο τη φανερή ανυπακοή σε πράξεις, αλλά και τις σκέψεις και τις επιθυμίες.

γ. Αμαρτία και ενοχή. Η αμαρτία δημιουργεί την ενοχή. Από τη βιβλική άποψη, η ενοχή υποδηλώνει ότι εκείνος που εκτελεί την αμαρτία, υπόκειται στην τιμωρία. Και επειδή όλοι είναι αμαρτωλοί, όλος ο κόσμος είναι «υπόδικος εις τον Θεόν». (Ρωμ. γ΄19).

Εάν δε ληφθούν μέτρα όπως πρέπει, η ενοχή καταστρέφει τις φυσικές, διανοητικές και πνευματικές ικανότητες. Και στο τέλος, εάν δεν επιλυθεί, προκαλεί το θάνατο, «διότι ο μισθός της αμαρτίας είναι θάνατος». (Ρωμ. ς΄23).

Το αντίδοτο για την ενοχή είναι η συγχώρηση (Ματθ. ς΄12), η οποία επιφέρει καθαρή συνείδηση και ειρήνη πνεύματος. Αυτή τη συγχώρηση ο Θεός λαχταρά να επιδαψιλεύσει στους μετανοούντες αμαρτωλούς. Ο Χριστός με ευμένεια καλεί τη φυλή με το βάρος της αμαρτίας και της ενοχής: «Έλθετε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, και εγώ θέλω σας αναπαύσει.» (Ματθ. ια΄28).

δ. Το κέντρο ελέγχου της αμαρτίας. Η έδρα της αμαρτίας είναι αυτό που η Γραφή ονομάζει καρδιά – που γνωρίζουμε ως διάνοια. Από την καρδιά «προέρχονται αι εκβάσεις της ζωής». (Παρ. δ΄23). Ο Χριστός αποκαλύπτει ότι οι σκέψεις του ανθρώπου είναι που μολύνουν, «διότι εκ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι». (Ματθ. ιε΄19). Η καρδιά είναι που επηρεάζει ολόκληρη την προσωπικότητα – τη διάνοια, τη θέληση, την αγάπη, τα αισθήματα και το σώμα. Επειδή «η καρδία είναι απατηλή υπέρ πάντα και σφόδρα διεφθαρμένη» (Ιερ. ιζ΄9), η ανθρώπινη φύση μπορεί να περιγραφεί ως διεφθαρμένη, αχρεία και ολοκληρωτικά αμαρτωλή.

3. Το αποτέλεσμα της αμαρτίας στην ανθρωπότητα. Μερικοί μπορούν να αισθάνονται ότι η απόφαση του θανάτου ήταν πολύ αυστηρή ως ποινή επειδή έφαγαν από τον απαγορευμένο καρπό. Αλλά μπορούμε μόνο να μετρήσουμε με ακρίβεια τη σοβαρότητα της παράβασης κάτω από το φως των αποτελεσμάτων της αμαρτίας του Αδάμ επάνω στην ανθρώπινη φυλή.

Ο πρώτος γιος του Αδάμ και της Εύας έκανε φόνο. Οι απόγονοί τους γρήγορα παραβίασαν την ιερή ένωση του γάμου προχωρώντας στην πολυγαμία, και δεν άργησε πολύ η ασέβεια και η βιαιότητα να κατακλύσουν τη γη. (Γέν. δ΄8,23, ς΄1-5,11-13). Οι κλήσεις του Θεού για μετάνοια και μεταρρύθμιση δεν εισακούσθηκαν, και μόνο οκτώ πρόσωπα σώθηκαν από τα νερά του κατακλυσμού που κατάστρεψε τους αμετανοήτους. Η ιστορία της φυλής μετά τον κατακλυσμό είναι, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, μια θλιβερή ιστόρηση αμαρτωλών έργων της ανθρώπινης φύσης.

α. Η παγκόσμια αμαρτωλότητα της ανθρωπότητας. Η ιστορία αποκαλύπτει ότι οι απόγονοι του Αδάμ συμμετείχαν στην αμαρτωλότητα της φύσης του. Σε προσευχή ο Δαβίδ λέει: «Δεν θέλει δικαιωθή ενώπιόν σου ουδείς άνθρωπος ζων.» (Ψαλμ. ρμγ΄2, ιδ΄3). «Ουδείς άνθρωπος είναι αναμάρτητος.» (Α΄Βασ. η΄46). Και ο Σολομών είπε: «Τίς δύναται να είπη, Εκαθάρισα την καρδίαν μου, είμαι καθαρός από των αμαρτιών μου;» (Παρ. κ΄9). «Δεν υπάρχει άνθρωπος επί της γης, όστις να πράττη το καλόν και να μη αμαρτάνη.» (Εκκλ. ζ΄20). Και η Καινή Διαθήκη είναι εξίσου σαφής δηλώνοντας ότι «πάντες ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού» (Ρωμ. γ΄23), και ότι «εάν είπωμεν ότι αμαρτίαν δεν έχομεν, εαυτούς πλανώμεν και η αλήθεια δεν είναι εν ημίν.» (Α΄Ιωάν. α΄8).

β. Η αμαρτία είναι έμφυτη ή επίκτητη; Ο Παύλος είπε: «Πάντες αποθνήσκομεν εν τω Αδάμ.» (Α΄Κορ, ιε΄22). Και αλλού σημείωσε: «Δι’ενός ανθρώπου η αμαρτία εισήλθεν εις τον κόσμον, και διά της αμαρτίας ο θάνατος, και ούτω διήλθεν ο θάνατος εις πάντας ανθρώπους, επειδή πάντες ήμαρτον.» (Ρωμ. ε΄12).

Η διαφθορά της ανθρώπινης καρδιάς επηρεάζει ολόκληρο το πρόσωπο. Κάτω από αυτό το φως ο Ιώβ αναφώνησε: «Τίς δύναται να εξάξη καθαρόν από ακαθάρτου; ουδείς.» (Ιώβ ιδ΄4). Ο Δαβίδ είπε: «Ιδού, συνελήφθην εν ανομία, και εν αμαρτία με εγέννησεν η μήτηρ μου.» (Ψαλμ. να΄5). Και ο Παύλος δήλωσε: «Το φρόνημα της σαρκός είναι έχθρα εις τον Θεόν, επειδή εις τον νόμον του Θεού δεν υποτάσσεται, αλλ’ουδέ δύναται. ΄Οσοι δε είναι της σαρκός, δεν δύνανται να αρέσωσιν εις τον Θεόν.» (Ρωμ. η΄7,8). Ακόμη πρόσθεσε ότι οι πιστοί, πριν από την επιστροφή τους, ήταν «τέκνα οργής, ως και οι λοιποί.» (Εφεσ. β΄3).

Αν και σαν παιδιά αποκτούμε αμαρτωλή διαγωγή από τη μίμηση, τα παραπάνω εδάφια βεβαιώνουν ότι κληρονομούμε τη βασική αμαρτωλότητά μας. Η παγκόσμια αμαρτωλότητα της ανθρωπότητας αποτελεί απόδειξη ότι από τη φύση μας τείνουμε προς το κακό και όχι προς το καλό.

γ. Το ξερίζωμα της αμαρτωλής διαγωγής. Πώς μπορούν οι άνθρωποι με επιτυχία να απομακρύνουν την αμαρτία από τη ζωή τους και από την κοινωνία;

Κάθε προσπάθεια να επιτύχει κανείς μια δίκαιη ζωή με τη δική του δύναμη, είναι καταδικασμένη. Ο Χριστός είπε ότι ο καθένας που αμαρτάνει, είναι «δούλος της αμαρτίας». Μόνο η θεία δύναμη μπορεί να μας απελευθερώσει από τη σκλαβιά. Αλλά ο Χριστός μας βεβαίωσε: «Εάν λοιπόν ο Υιός σας ελευθερώση, όντως ελεύθεροι θέλετε είσθαι.» (Ιωάν. η΄36). Και ακόμη είπε ότι μπορείτε να παράγετε καρπούς δικαιοσύνης «εάν μείνετε εν εμοί», «διότι χωρίς εμού δεν δύνασθε να κάμητε ουδέν». (Ιωάν. ιε΄4,5).

Ακόμη και ο Παύλος απέτυχε να διάγει μια ζωή δικαιοσύνης μόνος του. Γνώριζε το τέλειο μέτρο του νόμου του Θεού, αλλά δεν ήταν ικανός να το επιτελέσει. Αναφερόμενος στις προσπάθειές του είπε: «Εκείνο το οποίον πράττω, δεν γνωρίζω, επειδή εκείνο το οποίον θέλω, τούτο δεν πράττω, αλλά εκείνο το οποίον μισώ, τούτο πράττω.» «Δεν πράττω το αγαθόν το οποίον θέλω, αλλά το κακόν το οποίον δεν θέλω, τούτο πράττω.» Έπειτα τόνισε τη σύγκρουση της αμαρτίας στη ζωή του. «Εάν δε εγώ πράττω εκείνο το οποίον δεν θέλω, δεν εργάζομαι αυτό πλέον εγώ, αλλ’η αμαρτία η κατοικούσα εν εμοί.» Παρά τις πτώσεις του, θαύμαζε το θείο κανόνα λέγοντας: «Ηδύνομαι μεν εις τον νόμον του Θεού κατά τον εσωτερικόν άνθρωπον. Βλέπω όμως εν τοις μελεσί μου άλλον νόμον αντιμαχόμενον εις τον νόμον του νοός μου και αιχμαλωτίζοντά με εις τον νόμον της αμαρτίας τον όντα εν τοις μέλεσί μου. Ταλαίπωρος άνθρωπος εγώ, τίς θέλει με ελευθερώσει από του σώματος του θανάτου τούτου;» (Ρωμ. ζ΄15,19,20,22-24).

Ο Παύλος τελικά αναγνώρισε ότι χρειαζόταν θεία δύναμη για να είναι νικητής. Με τη βοήθεια του Χριστού παραμέρισε την κατά σάρκα ζωή και άρχισε μια νέα ζωή κατά το Πνεύμα. (Ρωμ. ζ΄25, η΄1).

Αυτή η νέα ζωή κατά το Πνεύμα είναι η μεταμορφώνουσα δωρεά του Θεού. Με τη θεία χάρη, εμείς που ήμασταν «νεκροί κατά τας αμαρτίας», γίναμε νικητές. (Εφεσ. β΄1,3,8-10). Η πνευματική αναγέννηση μεταμορφώνει έτσι τη ζωή (Ιωάν. α΄13, γ΄5), ώστε να μπορούμε να μιλήσουμε για μια νέα δημιουργία – «τα αρχαία παρήλθον, ιδού τα πάντα έγειναν νέα.» (Β΄Κορ. ε΄17). Η νέα ζωή οπωσδήποτε δεν εξαιρεί τη δυνατότητα να αμαρτήσει κανείς (Α΄Ιωάν. β΄1).

4. Εξέλιξη και η πτώση του ανθρώπου. Από τη Δημιουργία και εδώ ο Σατανάς έφερε σύγχυση σε πολλούς ελαττώνοντας την εμπιστοσύνη στη βιβλική αφήγηση της προέλευσης της ανθρώπινης φυλής και της πτώσης της. Κάποιος μπορούσε να ονομάσει εξέλιξη τη ‘’φυσική’’ αντίληψη της ανθρωπότητας, μια αντίληψη που βασίζεται στην υπόθεση ότι η ζωή άρχισε κατά τύχη και ότι οι άνθρωποι, μέσα από μακροχρόνιες διαδικασίες εξέλιξης, αναδύθηκαν από κατώτερες μορφές ζωής. Με μια διαδικασία επιβίωσης των ικανοτέρων, εξελίχθηκαν στη σημερινή κατάσταση. Μη έχοντας φθάσει στο ανώτατο σημείο, ακόμη εξελίσσονται.

Ένας αυξανόμενος αριθμός των Χριστιανών έχει υιοθετήσει τη θεϊστική εξέλιξη, η οποία διακηρύττει ότι ο Θεός χρησιμοποίησε την εξέλιξη καταλήγοντας στη Δημιουργία της Γενεσης. Οι δεχόμενοι τη θεϊστική εξέλιξη, δε βλέπουν τα πρώτα κεφάλαια της Γένεσης ως κυριολεκτικά, αλλά ως αλληγορικά ή ως μύθο.

α. Η βιβλική άποψη για τον άνθρωπο και την εξέλιξη, Οι Χριστιανοί, οι παραδεχόμενοι τη Δημιουργία, ανησυχούν για την επιρροή της θεωρίας της εξέλιξης στη χριστιανική πίστη. Ο James Orr έγραψε: «Ο Χριστιανισμός αντιμετωπίζεται σήμερα όχι με αποσπασματικές επιθέσεις επάνω στις διδασκαλίες του . . . . αλλά με μια θετικά εξηγημένη αναθεώρηση του κόσμου δηλώνοντας ότι αυτή έχει επιστημονικές βάσεις, τις οποίες επιδέξια κατασκευάζουν και υπερασπίζονται. Ως τόσο όμως με τις βασικές ιδέες της χτυπάει τις ρίζες του χριστιανικού συστήματος.» 9

Η Γραφή απορρίπτει την αλληγορική ή μυθική ερμηνεία της Γένεσης. Οι βιβλικοί συγγραφείς οι ίδιοι ερμηνεύουν τη Γένεση α΄-ια΄ ως κυριολεκτική ιστορία. Ο Αδάμ, η Εύα, το φίδι και ο Σατανάς είναι ιστορικοί χαρακτήρες στο δράμα της μεγάλης διαμάχης. (Ιώβ λα΄33, Εκκλ. ζ΄29, Ματθ. ιθ΄4,5, Ιωάν. η΄44, Ρωμ. ε΄12,18,19, Β΄Κορ. ια΄3, Α΄Τιμ. β΄14, Αποκ. ιβ’9).

β. Ο Γολγοθάς και η εξέλιξη. Η εξέλιξη σε οποιαδήποτε μορφή ή σε σχήμα αντιτίθεται στα βασικά θεμέλια του Χριστιανισμού. ΄Οπως βεβαιώνει ο Leonard Verduin, «στη θέση της ιστορίας μιας πτώσης ήρθε η ιστορία μιαςύψωσης. » 10 Ο Χριστιανισμός και η εξέλιξη είναι εκ διαμέτρου αντίθετα. Είτε οι προπάτορές μας δημιουργήθηκαν κατά την εικόνα του Θεού και γνώρισαν την πτώση στην αμαρτία, είτε όχι. Εάν όχι, γιατί τότε να είναι κανείς Χριστιανός;

Ο Γολγοθάς κάνει τις πιο ριζοσπαστικές ερωτήσεις για την εξέλιξη. Εάν δεν υπήρχε πτώση γιατί ο Χριστός έπρεπε να πεθάνει για μας; ΄Οχι απλώς ο θάνατος γενικά, αλλά ο θάνατος του Χριστού για μας δηλώνει ότι η ανθρωπότητα δεν ήταν εντάξει. Εγκαταλειμμένοι στον εαυτό μας, θα συνεχίζαμε την επιδείνωση μέχρι που η ανθρώπινη φυλή θα εξαφανιζόταν.

Η ελπίδα μας στηρίζεται στον ΄Ανθρωπο ο οποίος κρεμάσθηκε στο σταυρό. Ο θάνατός Του μόνο δίνει τη δυνατότητα μιας καλύτερης, πληρέστερης ζωής, η οποία ποτέ δε θα τελειώσει. Ο Γολγοθάς διακηρύττει ότι χρειαζόμαστε έναν αντικαταστάτη για να μας ελευθερώσει.

γ. Η ενσάρκωση και η εξέλιξη. Ίσως η ερώτηση ‘’Δημιουργία κατά της εξέλιξης’’ βρίσκει την καλύτερη απάντησή της βλέποντας τη δημιουργία της ανθρωπότητας από την προοπτική της ενσάρκωσης. Φέρνοντας το δεύτερο Αδάμ – το Χριστό – στη σκηνή της ιστορίας, ο Θεός ήταν σε δημιουργικό έργο. Αν ο Θεός μπορούσε να επιτελέσει αυτό το ύψιστο θαύμα, δεν υπάρχει αμφιβολία για την ικανότητά Του να διαμορφώσει τον πρώτο Αδάμ.

δ. Ο άνθρωπος ενηλικιώθηκε; Συχνά οι οπαδοί της εξέλιξης τόνισαν την αλματώδη επιστημονική πρόοδο των τελευταίων αιώνων σαν απόδειξη ότι φαίνεται ο άνθρωπος να είναι ο διαιτητής του πεπρωμένου του. Με την επιστήμη η οποία καλύπτει τις ανάγκες του και του δίνει αρκετό χρόνο, θα λύσει τα προβλήματα του κόσμου.

Και όμως, ο μεσσιανικός ρόλος της τεχνολογίας αντιμετωπίζει έναν αυξάνοντα σκεπτικισμό, επειδή η τεχνολογία ώθησε τον πλανήτη στο χείλος της καταστροφής. Η ανθρωπότητα τελείως απέτυχε να περάσει στον έλεγχό της την αμαρτωλή καρδιά. Κατά συνέπεια, όλη η επιστημονική πρόοδος κατέστησε τον κόσμο περισσότερο επικίνδυνο.

΄Ολο και περισσότερο η φιλοσοφία του μηδενισμού και της απελπισίας κερδίζει έδαφος. Το απόφθεγμα του πάπα Αλεξάνδρου: ‘’η ελπίδα αναδύεται αιώνια από το ανθρώπινο στήθος’’ ηχεί υπόκωφα σήμερα. Ο Ιώβ συλλαμβάνει καλύτερα την πραγματικότητα – οι ημέρες διέρχονται και «χάνονται άνευ ελπίδος». (Ιώβ ζ΄6). Ο κόσμος του ανθρώπου εξαντλείται. Κάποιος έπρεπε να έρθει πέρα από την ανθρώπινη ιστορία, να εισβάλει σε αυτήν και να φέρει μια νέα πραγματικότητα.

Ακτίνες Ελπίδας. Σε πιο βαθμό είχε φθάσει η διαφθορά της ανθρωπότητας; Στο σταυρό οι άνθρωποι φόνευσαν το Δημιουργό τους – στυγεροί πατροκτόνοι! Αλλά ο Θεός δεν άφησε το ανθρώπινο γένος χωρίς ελπίδα.

Ο Δαβίδ ενατένισε τη θέση της ανθρωπότητας στη Δημιουργία. Κατά πρώτον εντυπωσιασμένος από την απεραντοσύνη του σύμπαντος, σκέφθηκε πόσο ασήμαντος είναι ο άνθρωπος. Έπειτα άρχισε να συνειδητοποιεί την αληθινή θέση της ανθρωπότητας. Μιλώντας για την παρούσα σχέση του ανθρώπου με το Θεό, είπε: «Συ δε έκαμες αυτόν ολίγον τι κατώτερον των αγγέλων, και με δόξαν και τιμήν εστεφάνωσας αυτόν. Κατέστησας αυτόν κύριον επί τα έργα των χειρών σου.» (Ψαλμ. η΄5,6, Εβρ. β΄7).

Παρά την πτώση, παραμένει μια έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Αν και αμαυρισμένη, η θεία εικόνα δεν εξαλείφθηκε τελείως. Παρά την πτώση, τη διαφθορά, την αμαρτωλότητα, ο άνθρωπος παραμένει ακόμη ο αντιπρόσωπος του Θεού στη γη. Η φύση του δεν είναι θεία, όμως διατηρεί μια αξιοπρεπή θέση ως επιστάτης του Θεού στην επίγεια δημιουργία. ΄Οταν ο Δαβίδ το συνειδητοποίησε, ανταποκρίθηκε με δοξολογία και ευχαριστία: «Κύριε ο Κύριος ημών, πόσον είναι θαυμαστόν το όνομά σου εν πάση τη γη!» (Ψάλμ. η΄9).