Ποια πρόσωπα οδήγησαν τον Χριστό στη σταύρωση και γιατί το έκαναν; Τι ρόλο έπαιξε το «μεγάλο συνέδριο» και από ποιους απαρτιζόταν; Γιατί οι Φαρισαίοι πρωταγωνίστησαν στα γεγονότα;

Δεδομένο είναι πως δεν ξέρουμε όλοι το γιατί τελικά σταυρώθηκε ο Χριστός, μα ούτε και το  ποιοι τον οδήγησαν στον θάνατο. Υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι, αν όχι οι περισσότεροι, που ναι μεν έχουν ακούσει διάφορα σχετικά με το καθοριστικό αυτό γεγονός για την ανθρωπότητα, αλλά δεν γνωρίζουν πραγματικά ούτε πως συνέβη, ούτε ίσως γιατί συνέβη και οπωσδήποτε ούτε ποια ήταν τα κίνητρα εκείνων που έπαιξαν ρόλο σε αυτή την υπόθεση. Θα πει ίσως κάποιος, «και λοιπόν; Υπάρχει λόγος να ξέρω;». Φυσικά και υπάρχει. Για κάθε άνθρωπο που πιστεύει στον Ιησού Χριστό και την Ανάστασή Του, είναι όχι απλά καλό αλλά θα λέγαμε, απαραίτητο, να ξέρει ακριβώς τι συνέβη. Δεν μπορείς να πιστεύεις σε κάτι το οποίο σχεδόν αγνοείς. Από την άλλη είναι πολύ ωραίο να γνωρίζεις όσο γίνεται καλύτερα και όσα γίνεται περισσότερα σχετικά με αυτό που πιστεύεις. Εξάλλου, όπως έχουμε πει και σε προηγούμενο άρθρο μας, η σταύρωση είναι ένα ιστορικό γεγονός. Ένα ιστορικό γεγονός, αν μη τι άλλο, καλό είναι να το γνωρίζουμε ως έχει.

Γιατί λοιπόν έγινε η σταύρωση; Ποιοι οδήγησαν τα γεγονότα προς αυτή τη κατεύθυνση και τι συμφέρον είχαν;

Την περίοδο που ο Ιησούς μιλούσε δημόσια στον λαό, στο Ισραήλ υπήρχαν τρεις κύριες θρησκευτικές παρατάξεις που διαδραμάτιζαν βασικό ρόλο στα κοινά του τόπου. Οι Εσσαίοι, σκληροί νομικιστές, (φανατικοί υπέρμαχοι του Μωσαϊκού νόμου) ζούσαν ουσιαστικά απομονωμένοι από τον υπόλοιπο λαό, ενώ πίστευαν πως ο Μεσσίας, θα έρθει ειδικά για εκείνους. Οι γνωστοί σε όλους Φαρισαίοι, είχαν τεράστια επιρροή στις μάζες και θεωρούσαν εαυτούς, ως ξεχωριστούς, δίκαιους και τέλειους. Περιφρονούσαν τον λαό στον οποίο παρουσιάζονταν ως πρόσωπα απλησίαστης και φοβερής αγιότητας, ενώ στη πραγματικότητα τους χαρακτήριζε η υποκρισία, η τυπολατρία και η εμπάθεια. Γενικότερα παρά τις αναγκαστικές στην ουσία εκδηλώσεις σεβασμού από τους απλούς ανθρώπους, στη πραγματικότητα δεν ήταν συμπαθείς, και είχαν στιγματιστεί στη συνείδηση των Ιουδαίων, ως ανάξιοι κάθε εμπιστοσύνης. Ο τρίτος πόλος ήταν οι Σαδδουκαίοι. Εξίσου νομικιστές, έδιναν μεγάλη έμφαση στις τελετουργίες, βρίσκονταν σε μόνιμη αντιπαράθεση με τους Φαρισαίους σχετικά με την ερμηνεία του Μωσαϊκού νόμου και παρά το γεγονός πως είχαν ένα συντηρητικό προφίλ και ήθελαν να διατηρούν τα ιερατικά τους καθήκοντα, δεν αποδέχονταν τον προφητικό λόγο, ούτε πίστευαν στην ανάσταση των νεκρών. Μάλιστα κύριος σκοπός τους στην πραγματικότητα ήταν η καλή ζωή και οι διασκεδάσεις. Αυτές λοιπόν οι δυο τελευταίες παρατάξεις, (Φαρισαίοι και Σαδδουκαίοι) διαμόρφωναν το μεγάλο Σανχεντρίν. Τι ήταν αυτό; Το μεγάλο Σανχεντρίν (μεγάλο συνέδριο) ήταν το ανώτατο νομοθετικό και θρησκευτικό συμβούλιο που λειτουργούσε και σαν ανώτατο δικαστήριο. Πρόεδρος του μεγάλου αυτού συνεδρίου ήταν ο αρχιερέας ως έχων το ανώτατο ιερατικό αξίωμα. Συγκεκριμένα τη χρονιά που ο Ιησούς καταδικάστηκε σε σταύρωση, αρχιερέας ήταν ο επίσης γνωστός σε όλους Καϊάφας, τοποθετημένος σε αυτό το αξίωμα από τον Ρωμαίο επίτροπο Βαλέριο Γράτο το 18 μ.Χ. Αυτό το συνέδριο – δικαστήριο,  καταδίκασε σε θάνατο τον Ιησού, σε μια δίκη φιάσκο και με συνοπτικές διαδικασίες. Το πράσινο φως για την εκτέλεση της ποινής αυτής φυσικά, έδωσε ο Πόντιος Πιλάτος, Ρωμαίος επίτροπος στην Ιουδαία, μιας και οι Εβραίοι όντας Ρωμαϊκή επαρχία, δεν είχαν δικαίωμα από μόνοι τους να πράξουν κάτι τέτοιο. Δε μπορούμε βεβαίως να αγνοήσουμε και την σημαντική στάση των απλών ανθρώπων, που έντεχνα επηρεασμένοι από τους ιερείς και τους πρεσβυτέρους, εναντιώθηκαν τελικά στον Ιησού, φωνάζοντας μάλιστα και το περιβόητο, «Σταύρωσον αυτόν» (Κατά Ιωάννην 19:15).

Ο Ιησούς από πολύ νωρίς άρχισε να διδάσκει κυριολεκτικά τον λαό, μιλώντας δημόσια και προκαλώντας τεράστια εντύπωση αλλά και δέος σε όποιον Τον άκουγε. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό όπου ο δωδεκάχρονος τότε Ιησούς, αγνοείται από τον Ιωσήφ και την Μαρία, που ψάχνουν πανικόβλητοι να τον βρουν επί τρεις μέρες και που τελικά τον βρίσκουν στην Ιερουσαλήμ και συγκεκριμένα στον ναό, να κάθεται ανάμεσα σε νομοδιδάσκαλους και να τους κάνει ερωτήσεις. «Και ύστερα από τρεις ημέρες τον βρήκαν μέσα στο ιερό, να κάθεται ανάμεσα στους νομοδιδασκάλους, και να τους ακούει, και να τους ρωτάει. Και όλοι όσοι τον άκουγαν, έμεναν εκστατικοί για τη σύνεση και τις απαντήσεις του» (Κατά Λουκάν 2:46-47). Αλλόκοτη για ένα παιδί δώδεκα χρονών ήταν και η απάντηση που πήραν ο Ιωσήφ και η Μαρία στη ερώτηση τους προς τον Ιησού, γιατί το έκανε αυτό. «Και όταν τον είδαν, έμειναν έκπληκτοι· και η μητέρα του είπε σ’ αυτόν: Παιδί μου, γιατί μας έκανες αυτό το πράγμα; Δες, ο πατέρας σου και εγώ σε αναζητούσαμε με οδύνη. Και τους είπε: Γιατί με αναζητούσατε; Δεν ξέρετε ότι πρέπει να είμαι στο σπίτι του Πατέρα μου;» (Κατά Λουκάν 2:48-49). Αυτό φυσικά ήταν μόνο το πρώτο δείγμα και απλά ένα μεμονωμένο γεγονός. Ο Ιησούς έπρεπε να περιμένει, αφού ο Εβραϊκός νόμος δεν επέτρεπε σε κάποιον να εμφανίζεται δημόσια και να εκφέρει λόγο πριν τα τριάντα του χρόνια. Μάλιστα οι δημόσιες εμφανίσεις που δικαιούταν ένας Εβραίος πριν τα τριάντα ήταν τρεις. Την όγδοη μέρα από τη γέννησή του, την τεσσαρακοστή και στα δώδεκα του. Μετά απαγορευόταν αυστηρά. Αυτή είναι και η απάντηση στο γιατί δεν εμφανίζεται η ζωή του Ιησού μέχρι τα τριάντα Του. Θέλοντας να τηρήσει κατά πάντα τον νόμο λοιπόν, ο Ιησούς ξεκινά της δημόσιες ομιλίες και παρεμβάσεις Του κατόπιν της συμπλήρωσης του τριακοστού έτους της ηλικίας Του. Από εκείνη τη στιγμή αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση για Τον ίδιο αλλά και ο εφιάλτης των θρησκευτικών ηγετών της εποχής.

Από τις πρώτες κι όλας στιγμές της δημόσιας δράσης του Ιησού, πολλοί ήταν αυτοί που ενοχλήθηκαν από την παρουσία Του και από τα όσα έλεγε και έκανε. Ο Ιησούς μιλούσε με διαφορετικό τρόπο από αυτό των Φαρισαίων που Τον αποκαλούσαν λαοπλάνο, επειδή ο λαός άκουγε εκστασιασμένος κάθε Του λέξη και έμενε ξανά και ξανά έκπληκτος από τα αλλεπάλληλα θαύματα Του. Ενώ στον αντίποδα οι Φαρισαίοι δε δίστασαν κάποια στιγμή να τον παρουσιάσουν και σαν άρχοντα των δαιμονίων επειδή θεράπευσε έναν δαιμονισμένο (Κατά Ματθαίον 9:32-34). Πολλές φορές μάλιστα επιδίωξαν να Τον παγιδέψουν κάνοντας Του ύπουλες ερωτήσεις και λαμβάνοντας κάθε φορά κι από μια αποστομωτική απάντηση που έκθετε τους ίδιους ανεπανόρθωτα στο λαό (Κατά Ματθαίον 22:15-22). Οι παραβολές Του Ιησού συχνά τους στοχοποιούσαν με αποτέλεσμα κάποια στιγμή οι ίδιοι να μην αντέχουν στο άκουσμα της αλήθειας και να θέλουν ακόμη και να Tον συλλάβουν (Κατά Ματθαίον 21:45-46). Καθοριστικό ρόλο έπαιξε και η ευθεία επίθεση του Ιησού στους πέρα από κάθε όριο υποκριτές Φαρισαίους, με πύρινα λόγια (Κατά Ματθαίον 23:13-38) και γενικότερα η διδασκαλία Του που εκτός των άλλων άγγιζε βαθειά τις καρδιές του απλού λαού και όλων όσων δεν ήταν εμπαθείς απέναντί Του. Τα «απίστευτα» πράγματα άλλωστε που έκανε ανάμεσα στο λαό, όπως οι θεραπείες τυφλών, παράλυτων και οι αναστάσεις νεκρών, Τον έκαναν όχι απλά συμπαθή στον λαό αλλά ορισμένοι από αυτούς είχαν την πρόθεση να τον χρίσουν βασιλιά. «Ο Ιησούς, λοιπόν, επειδή γνώρισε ότι πρόκειται να έρθουν, και να τον αρπάξουν για να τον κάνουν βασιλιά, αναχώρησε πάλι στο βουνό αυτός μόνος» (Κατά  Ιωάννην 6:15). Όλα αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα την όλο και μεγαλύτερη επιρροή Του Ιησού στις λαϊκές μάζες που όμως ταυτόχρονα έκθετε το θρησκευτικό σύστημα και τους αντιπροσώπους του. Ο Χριστός μετά από ένα σημείο είχε γίνει μισητός όχι μόνο στους κόλπους του μεγάλου συνεδρίου αλλά σε όλους τους ιερείς και τους πρεσβυτέρους που μέχρι πρότινος απολάμβαναν τον σεβασμό και την εκτίμηση του λαού έστω και επιφανειακά. Αντί να τους αγγίξουν τα λόγια της αλήθειας που έλεγε ο Ιησούς και τα πραγματικά θαύματα που έκανε ανάμεσα τους, εκείνοι «τυφλώθηκαν» από μίσος αγνοώντας ακόμη και τις προφητείες που αναφερόντουσαν  στον Μεσσία.

Έπειτα, όλα ήταν θέμα χρόνου. Η απόφαση για θανάτωση Του Χριστού είχε ήδη ληφθεί άτυπα και το μόνο που απέμενε, ήταν η αιτία, η αφορμή για την σύλληψή Του. Οι εξελίξεις που ακολούθησαν, λίγο πολύ είναι γνωστές σε όλους. Η ειρωνεία βρίσκεται στο ότι οι Ιουδαίοι, περίμεναν Τον Μεσσία. Δεν ήταν κάτι άγνωστο σε αυτούς, πόσο μάλλον στους νομοδιδάσκαλους και τους άμεσα εμπλεκόμενους με τις Γραφές. Οι προφήτες μιλούσαν καθαρά για την έλευση Εκείνου που σχεδόν «φωτογράφιζαν» με τις περιγραφές τους και που ειδικά οι ιερείς και οι πρεσβύτεροι θα έπρεπε από την αρχή να Τον αναγνωρίσουν. Σημασία όμως έχουν τα γεγονότα. Ο Ιησούς, καταδικάστηκε σε θάνατο με την κατηγορία  της βλασφημίας. «Και ο Ιησούς σιωπούσε. Και απαντώντας ο αρχιερέας, του είπε: Σε ορκίζω στον ζωντανό Θεό, να μας πεις, αν εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός τού Θεού. Ο Ιησούς λέει σ’ αυτόν: Εσύ το είπες· όμως, σας λέω: Στο εξής, θα δείτε τον Υιό τού ανθρώπου να κάθεται στα δεξιά της δύναμης, και να έρχεται επάνω στα σύννεφα του ουρανού.  Τότε, ο αρχιερέας ξέσχισε τα ιμάτιά του, λέγοντας ότι: Βλασφήμησε· τι ανάγκη έχουμε πλέον από μάρτυρες; Να, τώρα ακούσατε τη βλασφημία του· τι σας φαίνεται; Και εκείνοι, απαντώντας, είπαν: Είναι ένοχος θανάτου» (Κατά Ματθαίον 26:63-66).

Εκτός όμως των δυο αυτών ερωτημάτων που απαντήσαμε, σχετικά με τα πρόσωπα και τους λόγους που αυτά είχαν προκειμένου να οδηγήσουν Τον Ιησού στο θάνατο, είναι δεδομένο πως μας ενδιαφέρουν και οι άλλες. Το ίδιο σημαντικές και το ίδιο σπουδαίες ως προς το νόημα τους. Γιατί τελικά ήρθε ο Χριστός; Γιατί έλαβε ανθρώπινο σώμα και γιατί δέχτηκε αδιαμαρτύρητα τον θάνατο; Γιατί έπρεπε να πεθάνει σαν ένας κοινός θνητός;

Όλες αυτές οι απαντήσεις, σε επόμενο άρθρο μας.

Βιβλικός επισκέπτης