Οι περισσότεροι άνθρωποι τρέμουν στην ιδέα του θανάτου και θα έκαναν τα πάντα για να τον αποφύγουν. Τι ισχύει στην εποχή της Καινής Διαθήκης; Γιατί όσοι ανήκουν Στον Χριστό, δεν χρειάζεται να φοβούνται;

Η Αγία Γραφή μας ενημερώνει και μας απαλλάσσει από τον φόβο.

Θάνατος. Το πιο τραγικό γεγονός στη ζωή ενός ανθρώπου. Αμετάκλητος και αναπόφευκτος. Συνήθως, οι περισσότεροι από εμάς, όπως είναι λογικό, δε θέλουμε ούτε να ακούμε αλλά ούτε και να σκεφτόμαστε αυτό το μακάβριο ζήτημα. Δικαιολογημένα υπήρξε και έως σήμερα αποτελεί την μεγαλύτερη φοβία στο μυαλό κάθε ανθρώπου, ενσυνείδητα ή έστω υποσυνείδητα. Το πιο εύκολο θα ήταν να βάλουμε αυτό το θέμα «κάτω από το χαλί» και να μην ασχοληθούμε καθόλου, μα αυτό πλέον δεν έχει νόημα.

Πράγματι, για μια τεράστια χρονική περίοδο της ιστορίας, ο θάνατος ήταν εντελώς μάταιο να γίνει αντικείμενο σκέψης, πόσο μάλλον συζήτησης, μα τα τελευταία δυο χιλιάδες χρόνια, αυτό δεν ισχύει πια. Σήμερα μπορούμε να μιλήσουμε για τον θάνατο και θα το κάνουμε χωρίς τρόμο, μιας και ουσιαστικά υπάρχουν δυο ήδη θανάτου. Ο θάνατος πριν την έλευση του Χριστού και ο θάνατος μετά την έλευση του Θεανθρώπου. Συγκεκριμένα ο θάνατος κατόπιν της έλευσης του Χριστού είναι αυτός που αφορά την ανθρωπότητα. Τα δεδομένα έχουν αλλάξει και όσοι ανήκουν στον Χριστό, δεν βρίσκονται πλέον υπό την τρομοκρατία του θανάτου.

Να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Ο Χριστός δεν ήρθε στο κόσμο για να μας εξασφαλίσει υλικά αγαθά. Είναι βέβαιο πως δεν αδιαφορεί για τις υλικές μας ανάγκες, (άλλωστε και ο Ίδιος έζησε ανάμεσα μας) όμως ο πρωταρχικός και βασικός λόγος που ήρθε κοντά μας, είναι πολύ πιο σημαντικός και σπουδαίος από όλα όσα έχουμε στο μυαλό μας. Το μεγαλύτερο πρόβλημα (αν και αυτή η λέξη είναι πολύ ήπια) της ανθρωπότητας, ήταν ανέκαθεν ο θάνατος. Ανεξάρτητα του πόσο όμορφα ή πόσο άσχημα ζούμε πάνω στη γη, το πρόβλημα μας είναι και πάντα ήταν άλλωστε, το γεγονός πως είμαστε προσωρινοί. Το σώμα μας είναι φθαρτό και με μαθηματική ακρίβεια, μας οδηγεί στον θάνατο. Τι άδοξο τέλος! Ότι κι αν πετύχεις, ότι κι αν αποκτήσεις, είναι τελείως μάταιο από τη στιγμή που ο χρόνος σου είναι περιορισμένος.

Ένας βασιλιάς της Ιερουσαλήμ, μας φανερώνει με τα όσα λέει, κάτι πάρα πολύ βασικό! Μας δείχνει με τα λόγια του, την ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, πριν την έλευση του Χριστού, (το κείμενο είναι γραμμένο πολύ πριν έρθει ο Υιός Του Θεού, ας προσέξουμε τι λέει, γιατί είναι φαινομενικά απαισιόδοξο μα μας χρειάζεται στις σκέψεις που κάνουμε):

«Έκανα μεγάλα πράγματα για τον εαυτό μου· έκτισα για τον εαυτό μου σπίτια· φύτεψα για τον εαυτό μου αμπελώνες. Έκανα για τον εαυτό μου κήπους και πάρκα, και φύτεψα σ’ αυτά κάθε είδος καρποφόρα δέντρα. Έκανα για τον εαυτό μου δεξαμενές νερών, ώστε απ’ αυτές να ποτίζω το άλσος, που ήταν κατάφυτο από δέντρα. Απέκτησα δούλους και δούλες, και είχα δούλους που γεννήθηκαν μέσα στο σπίτι μου· ακόμα, απέκτησα αγέλες και κοπάδια περισσότερα από όλους εκείνους που υπήρξαν πριν από μένα στην Ιερουσαλήμ. Συγκέντρωσα στον εαυτό μου και ασήμι και χρυσάφι, και εκλεκτά κειμήλια βασιλιάδων και τόπων· απέκτησα για τον εαυτό μου τραγουδιστές και τραγουδίστριες, και τα εντρυφήματα των γιων των ανθρώπων, κάθε είδος από παλλακίδες. Και μεγαλύνθηκα και αυξήθηκα περισσότερο από όλους εκείνους που υπήρξαν πριν από μένα στην Ιερουσαλήμ· και η σοφία μου έμενε μέσα μου. Και κάθε τι που ζήτησαν τα μάτια μου, δεν το αρνήθηκα σ’ αυτά· δεν εμπόδισα την καρδιά μου από κάθε ευφροσύνη, επειδή η καρδιά μου ευφραινόταν σε όλους τούς μόχθους μου· κι αυτό ήταν η μερίδα μου από ολόκληρο τον μόχθο μου. Και εγώ παρατήρησα σε όλα τα έργα μου, που έκαναν τα χέρια μου, και σε κάθε μόχθο που μόχθησα, και δες, τα πάντα ματαιότητα, και θλίψη πνεύματος, και κανένα όφελος κάτω από τον ήλιο…» (Εκκλησιαστής 2:4-11).

Δεν είναι πραγματικά απογοητευτικό το συμπέρασμα; Μιλάμε όχι για έναν άνθρωπο της διπλανής πόρτας, αλλά για έναν βασιλιά. Μας λέει πως απέκτησε ότι θα μπορούσε να επιθυμήσει κάποιος (στην εποχή του φυσικά). Κι όμως. Βλέπουμε μετά την πολύ αναλυτική περιγραφή του, να εκδηλώνει μια βαθειά απογοήτευση. Λέει πως όλα αυτά που απέκτησε είναι μάταια. Μα γιατί; Γιατί όλα είναι προσωρινά. Ο δεδομένα επερχόμενος θάνατος του, ανεξάρτητα του πόσο θα αργήσει, καθιστά στην ουσία, όλα όσα έχει, μάταια. Αυτό ήταν το είδος θανάτου που ίσχυε πριν έρθει ο Χριστός. Σήμερα όμως τι ισχύει; Τι έχει αλλάξει;

Η αλήθεια είναι, πως σε γενικές γραμμές έχουμε παρεξηγήσει κάποια πράγματα. Η άποψη που λανθασμένα έχει καλλιεργηθεί ανάμεσα στους πιστούς αλλά και σε αυτούς που βρίσκονται σε μια διαδικασία αποδοχής της Χριστιανικής διδασκαλίας λέει πως χρειαζόμαστε τον Θεό προκειμένου να καλύψουμε τις καθημερινές μας ανάγκες, να βρούμε θεραπεία σε μια αρρώστια, και γενικώς να λύσουμε κάθε πρόβλημά μας. Στη πραγματικότητα ευτυχώς δε συμβαίνει κάτι τέτοιο. Και λέμε ευτυχώς, γιατί θα ήταν εντελώς απογοητευτικό να είχε έρθει στον κόσμο μας ο Θεάνθρωπος απλά και μόνο για να διευκολύνει την προσωρινή ύπαρξη μας πάνω σε αυτή τη γη. Ο ίδιος ο Χριστός λέει γι αυτό, «Επειδή, τι θα ωφελήσει τον άνθρωπο, αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο, ζημιωθεί όμως την ψυχή του;» (Μάρκος 8:36).

Έστω πως έχω τα πάντα. Έστω πως έχεις τα πάντα. Ολόκληρο τον κόσμο. Ότι μπορεί να επιθυμήσει άνθρωπος. Και λοιπόν; Έστω ότι βρέθηκε τυχαία κάποιος στο δρόμο σου και σου είπε, «σου χαρίζω ότι επιθυμείς». Και τον πρώτο καιρό ενθουσιάζεσαι και πλέεις σε πελάγη ευτυχίας. Μετά; Τι θα συμβεί μετά; Μόλις περάσει ένα διάστημα, θα αρχίσεις να αντιλαμβάνεσαι πως ενώ έχεις τα πάντα, μέσα σου υπάρχει μια πολύ σκοτεινή γωνιά. Μα γιατί; Γιατί έστω κι έτσι, στο τέλος σε περιμένει το ίδιο τέλος, όπως και τον βασιλιά στον οποίο αναφερθήκαμε πριν, άρα το τι έχεις ή τι δεν έχεις, μοιραία μπαίνει σε δεύτερη μοίρα και στο προσκήνιο έρχεται ξανά αυτό το αιώνιο μισητό πρόβλημα. Ο θάνατος.

Τη λύση λοιπόν σε αυτό το αιώνιο πρόβλημα, ήρθε να δώσει ο Χριστός. Αυτός ήταν ο σκοπός της έλευσης Του στη γη. Και ο στόχος επετεύχθη. Από τη στιγμή που όπως αναφέραμε σε προηγούμενο άρθρο μας, αναστήθηκε ο Ιησούς, τα δεδομένα άλλαξαν άρδην. Στην εποχή της Καινής διαθήκης πλέον, τα νεκροταφεία ονομάζονται κοιμητήρια και οι νεκροί, κεκοιμημένοι. Αυτή η διαφορά δεν είναι φυσικά τυπική, ούτε τυχαία. Ο θάνατος εξακολουθεί να εξουσιάζει τον άνθρωπο, μιας και δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού ακόμη κι Αυτός ο Χριστός ήταν απαραίτητο να πεθάνει, όμως η προοπτική που άνοιξε είναι αυτή που κάνει τη διαφορά.

Οι νεκροί καλούνται κεκοιμημένοι, γιατί όπως ο άνθρωπος που κοιμάται, κάποτε ξυπνάει, έτσι και οι κεκοιμημένοι θα «ξυπνήσουν» και θα επανέλθουν στη ζωή οπωσδήποτε. Το τι θα γίνει μετά, είναι ένα άλλο ζήτημα αλλά σχετικά με την ανάσταση των νεκρών ο Ιησούς είναι κάθετος, «Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή· αυτός που πιστεύει σε μένα, και αν πεθάνει, θα ζήσει. Και καθένας που ζει και πιστεύει σε μένα, δεν πρόκειται να πεθάνει ποτέ» (Ιωάννης 11:26). Σε άλλο σημείο του Λόγου του Θεού, διαβάζουμε: «Δεν θέλω, μάλιστα, να αγνοείτε, αδελφοί, για όσους έχουν κοιμηθεί, για να μη λυπάστε, όπως και οι υπόλοιποι, που δεν έχουν ελπίδα. Επειδή, αν πιστεύουμε ότι ο Ιησούς πέθανε και αναστήθηκε, έτσι και ο Θεός, αυτούς που κοιμήθηκαν με πίστη στον Ιησού, θα τους φέρει μαζί του» (Α’ Θεσσαλονικείς 4:13-14). Και υπάρχουν πολλές αναφορές στην Αγία Γραφή, που κάνουν λόγο για το συγκεκριμένο θέμα. Οι χαρακτηρισμοί λοιπόν, «κοιμητήριο» και «κεκοιμημένοι» είναι ουσιαστικοί και όχι αυθαίρετοι.

Εκτός των άλλων υπάρχει ακόμη μια διάσταση του θέματος αυτού. Όσο ζούμε πάνω στη γη, διαθέτουμε όπως είναι λογικό, ένα φθαρτό σώμα. Ένα σώμα όμοιο όλης της κτήσης που και αυτή είναι φθαρτή και θα έρθει ώρα που δε θα υπάρχει πια, «Θα έρθει, όμως, η ημέρα τού Κυρίου, σαν κλέφτης μέσα στη νύχτα· κατά την οποία οι ουρανοί θα παρέλθουν με ορμητικό συριστικό ήχο, και τα στοιχεία, καθώς θα καίγονται, θα διαλυθούν, και η γη, και τα έργα που βρίσκονται σ’ αυτή, θα κατακαούν» (B’ Πέτρου 3:10). Μέσα σε αυτή τη φθαρτή κατάσταση που βρισκόμαστε λοιπόν, δε μπορούμε να κληρονομήσουμε τις επαγγελίες του Θεού, γιατί περί κληρονομιάς πρόκειται. Αυτό λέει και η λέξη Διαθήκη.

Έχουμε τη χαρά να ζούμε στην εποχή της Καινής (νέας) διαθήκης, που δεν αφορά μόνο τον λαό Ισραήλ όπως κάποτε, αλλά όλους όσους πιστεύουν και ακολουθούν τον Ιησού. Υπό αυτά τα νέα δεδομένα λοιπόν, για να κληρονομήσουμε όλα όσα μας υπόσχεται ο Θεός, θα πρέπει να έχουμε ένα άλλο σώμα και όχι αυτό το φθαρτό στο οποίο προσωρινά κατοικούμε. Απομένει ακόμη κάτι επομένως. Η αλλαγή της φθαρτής μας κατάστασης, ώστε να γίνουμε κληρονόμοι του Θεού, «Επειδή, πρέπει τούτο το φθαρτό να ντυθεί αφθαρσία, και τούτο το θνητό να ντυθεί αθανασία. Όταν τούτο το φθαρτό ντυθεί αφθαρσία, και τούτο το θνητό ντυθεί αθανασία, τότε θα πραγματοποιηθεί ο λόγος, που είναι γραμμένος: «Καταβροχθίστηκε ο θάνατος με νίκη». «Θάνατε, πού είναι το κεντρί σου; Άδη, πού είναι η νίκη σου;» (Α’ Κορινθίους 15:53-55)

Αν πιστεύεις στον Ιησού Χριστό δε πρέπει να φοβάσαι τίποτα. Για σένα που Τον εμπιστεύεσαι, ο θάνατος είναι ουσιαστικά προσωρινός. Το Θεϊκό σχέδιο είναι σαφέστατο. Ο Θεός θα υποτάξει όλους τους εχθρούς Του και κατόπιν έναν εχθρό που είναι δικός μας. Τον θάνατο, «ύστερα θα είναι το τέλος, όταν παραδώσει τη βασιλεία στον Θεό και Πατέρα· όταν καταργήσει κάθε αρχή και κάθε εξουσία και δύναμη. Επειδή, πρέπει να βασιλεύει, μέχρις ότου βάλει όλους τους εχθρούς Του κάτω από τα πόδια Του· τελευταίος εχθρός καταργείται ο θάνατος» (Α’ Κορινθίους 15:4-6).

Βιβλικός επισκέπτης