«Οι ουρανοί διηγούνται τη δόξα του Θεού, και το στερέωμα αναγγέλλει το έργο των χεριών του. Η ημέρα προς την ημέρα εκφράζει λόγο, και η νύχτα προς τη νύχτα αναγγέλλει γνώση. Δεν υπάρχει λαλιά ούτε λόγος, που η φωνή τους δεν ακούγεται. Σ’ ολόκληρη τη γη αντήχησε η φωνή τους, και μέχρι τα πέρατα της οικουμένης τα λόγια τους. Σ’ αυτούς έστησε σκηνή για τον ήλιο∙ κι’ αυτός βγαίνει, όπως ο γαμπρός από τον θάλαμό του∙ αγάλλεται όπως ο ανδρείος για να τρέξει στο στάδιο∙ από τη μια άκρη του ουρανού είναι η έξοδός του∙ και το τέρμα του μέχρι την άλλη άκρη του∙ και τίποτε δεν κρύβεται από τη θερμότητά του». (Ψαλμός 19: 1 – 6).

Σε έναν ακόμη ψαλμό, ο Δαβίδ, γεμάτος δέος, ευλάβεια και λατρεία διακηρύττει τον Θεό ως τη δημιουργική αιτία των πάντων. Ολόκληρη η οικουμένη και το Σύμπαν διηγούνται, από το πιο μεγάλο μέχρι το ελάχιστα παρατηρήσιμο στοιχείο, πως ο Θεός της Αγίας Γραφής είναι Αυτός που δημιούργησε στο παρελθόν τα πάντα, τα συντηρεί με την Παντοδυναμία Του στο παρόν και σχεδιάζει στο μέλλον την Αναδημιουργία, που θα θεραπεύσει οριστικά τον κόσμο μας από τη φθορά και τις συνέπειες της αμαρτίας. Στο προηγούμενο άρθρο μας, μοιραστήκαμε σκέψεις για το πώς ο Θεός επιθυμεί να αντιμετωπίζουμε τις επιστημονικές ανακαλύψεις. Διαπιστώσαμε ότι η θεοποίηση από τη μια ή η διαμονοποίηση από την άλλη, είναι και οι δύο ακραίες συμπεριφορές που δε μας επιτρέπουν να δούμε την επιστήμη με το Βλέμμα του Θεού μας, δηλαδή να τη θεωρήσουμε ως έναν ακόμη δρόμο για να προσεγγίσουμε το Μεγαλείο Του. Διαπιστώσαμε πόσο αστήρικτη και γεμάτη προκατάληψη είναι η άποψη πως πρέπει κανείς να επιλέξει ή την ιδιότητα του χριστιανού ή την ιδιότητα του επιστήμονα. Μία τέτοια άποψη είναι καθαρή επινόηση του Εχθρού και διαστρεβλωτή της αλήθειας που επιθυμεί, μέσα από τη σπορά τέτοιων πεποιθήσεων στα μυαλά των ανθρώπων, να πετυχαίνει την απομάκρυνσή τους από την υγιαίνουσα Βιβλική Διδασκαλία.

Σε παγκόσμιο συνέδριο που πραγματοποιήθηκε το 2007, πάνω από 100 επιστήμονες, με διδακτορικά από τα πιο αναγνωρισμένα πανεπιστημιακά ιδρύματα του κόσμου, δήλωσαν την αμφισβήτησή τους στη θεωρία του Δαρβίνου και τη στερεωμένη τους πεποίθηση ότι ο Δημιουργός του σύμπαντος είναι ο Θεός που αποκαλύπτει η Αγία Γραφή. Επτά χρόνια μετά, ο αριθμός αυτός όλο και αυξάνεται εντυπωσιακά, αποδεικνύοντας στην πράξη τα αδιέξοδα να ερμηνευτούν τα πάντα με το ορθολογιστικό πνεύμα. Ο James Tour, λαμπρός επιστήμονας από το Πανεπιστήμιο του Rice, έκανε μία πολύ ενδιαφέρουσα δήλωση: «Μόνο ένας αρχάριος που δε γνωρίζει τίποτα σχετικό με την επιστήμη, θα έλεγε ότι η επιστήμη είναι αντίθετη με την πίστη. Αν πραγματικά μελετάς την επιστήμη, τότε σίγουρα θα έρθεις πιο κοντά στον Θεό».

Η αλήθεια είναι πως η επιστήμη από μόνη της δεν είναι εχθρός της χριστιανικής πίστης, ούτε σε οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια ενάντια σε αυτή. Ο λόγος που κάποιοι επιστήμονες είναι άθεοι είναι ακριβώς επειδή οι ίδιοι έχουν επιλέξει να αντιμετωπίζουν και να ερμηνεύουν τα πάντα γύρω τους μέσα από μία αθεϊστική ή αγνωστικιστική σκοπιά. Έτσι, η επαφή τους με την επιστήμη, δεν είναι η αιτία για να γίνουν αρνητές του Θεού, αλλά απλώς αξιοποιείται για να στηρίξει τη φιλοσοφία που έχουν ήδη υιοθετήσει. Από την άλλη, ο λόγος που κάποιοι επιστήμονες δηλώνουν με παρρησία την πίστη τους στον Θεό της Αγίας Γραφής είναι γιατί οι ίδιοι έχουν επιλέξει να θεωρούν, να ερμηνεύουν και να αξιολογούν το καθετί γύρω τους, χωρίς να αρνούνται ότι υπάρχουν αρχές πάνω από τις λογικές αποδείξεις της επιστήμης. Αυτοί οι επιστήμονες πιστεύουν πως υπάρχουν πράγματα που μπορούν να καταλάβουν και υπάρχουν πράγματα που απλώς αξίζει να αντιμετωπίζονται με ευλάβεια και αναγνώριση της ύπαρξης ενός Ζωντανού Θεού, που γνωρίζει πριν από αυτούς και πέρα από αυτούς την αιτία για τα πάντα, αφού Αυτός είναι η Αιτία για τα πάντα.

Ο Λόγος του Θεού στο Δευτερονόμιο, 29:29, μας βεβαιώνει για τα όρια της ανθρώπινης γνώσης με ένα θαυμάσιο όσο και αποκαλυπτικό εδάφιο: «Τα κρυμμένα πράγματα ανήκουν στον Κύριο τον Θεό μας∙ τα αποκεκαλυμμένα, όμως, σε μας και στα παιδιά μας, παντοτινά, για να εκτελούμε όλα τα λόγια αυτού του νόμου». Ίσως, έχει παρεξηγηθεί από κάποιους η λέξη ‘κρυμμένα’, η οποία, ωστόσο, κάτω από το πρίσμα των Βιβλικών Αληθειών, δεν παραπέμπει σε κάποιου είδους απόκρυφη γνώση που είναι προορισμένη για λίγους και εκλεκτούς. Τέτοιες απόψεις υιοθετήθηκαν από κάποιους ερευνητές στο διάβα της ιστορίας, οι οποίοι αντιμετώπισαν τις μεταφυσικές τους ανησυχίες συγκροτώντας μυστικιστικές οργανώσεις, στις οποίες μπορούσαν να ενταχθούν μύστες με ειδικά προσόντα και χαρακτηριστικά.

Ο Λόγος του Θεού είναι ολοκληρωτικά αντίθετος με τέτοιες πρακτικές, καθώς ο σεβασμός που έχει για την κάθε ανθρώπινη προσωπικότητα δε συνάδει με το να επιτρέπει κατηγοριοποιήσεις ανάλογα με τη γνώση που αποκτά ο καθένας. Το ίδιο πνεύμα οφείλουμε να έχουμε και εμείς ως παιδιά Του, που σημαίνει ότι αξίζει να κατανοούμε με ποιο κίνητρο ο Θεός κρύβει κάτι από τους ανθρώπους. Όταν ο Θεός μάς γνωστοποιεί ότι υπάρχουν πράγματα κρυμμένα, εννοεί πως είναι ακατανόητα για την ανθρώπινη πεπερασμένη αντίληψη στην παρούσα γήινη φάση μας. Δεν εννοεί πως είναι κρυμμένα με κάποια επιδίωξη σκοτεινή και ιδιοτελή εκ Μέρους Του, ούτε πως τα προορίζει για τους εκλεκτούς του, υποτιμώντας ή αδιαφορώντας για όλους τους άλλους. Μόνο τα αλαζονικά και εγωιστικά μυαλά προβαίνουν σε τέτοιου είδους ερμηνείες, επιτρέποντας να διαιωνίζονται τόσο ολέθριοι διαχωρισμοί μεταξύ των ανθρώπων, που βλάπτουν και τους «γνώστες» και τους «αδαείς».

Αν το κατανοήσουμε αυτό, και βαθύτερα θα εξοικειωθούμε με το Χαρακτήρα της Αγάπης και Σοφίας Του, αλλά και ουσιαστικότερα θα επικεντρωθούμε σε αυτό που ο Θεός μας αποκαλύπτει και κάποιες φορές, ίσως, το προσπερνάμε αδιάφορα, εμμένοντας σε ατελέσφορες προσπάθειες να κατανοήσουμε το ακατανόητο. Είναι αλήθεια ότι πολλές φορές αντιμετωπίζουμε επιπόλαια τον ανέκφραστο πλούτο της γνώσης που επιθυμεί ο Θεός να μοιραστεί μαζί μας, κυνηγώντας απλώς χίμαιρες ή φτάνοντας στο σημείο να απορρίψουμε ως ανυπόστατο αυτό που δεν καταλαβαίνουμε. Ωστόσο, το ότι κάτι δεν το καταλαβαίνουμε εμείς, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι απόδειξη για την ανυπαρξία του. Μία τέτοια άποψη είναι αυθαίρετη και πέρα ως πέρα παράλογη, για να χρησιμοποιήσουμε ένα επίθετο από την ορθολογιστική πρακτική.

Πριν κάποια χρόνια, διάβαζα ένα βιβλίο Βιβλικής Αρχαιολογίας του δημοσιογράφου και ερευνητή WernerKeller, το οποίο προλόγισε ο διαπρεπής καθηγητής Αρχαιολογίας Μανώλης Ανδρόνικος. Το βιβλίο αυτό με τίτλο ‘η Βίβλος ως ιστορία λαών και πολιτισμών’ είναι πραγματικά ένα θαυμάσιο σύγγραμμα, γραμμένο σε μία εκλαϊκευμένη γλώσσα, κατάλληλη να διαβαστεί και από μη ειδικούς στον τομέα της Αρχαιολογίας. Αναφέρεται σε πλήθος αρχαιολογικών ανακαλύψεων, που επιβεβαιώνουν ότι όσα αναφέρει η Βίβλος σχετικά με πόλεις, λαούς και πολιτισμούς, δεν είναι «ευσεβείς μύθοι», αλλά έχουν μία αδιαμφισβήτητη ιστορική υπόσταση. Στο πάνω μέρος του προλόγου του συγγραφέα, έχει γραφτεί μία φράση του Γκαίτε από το έργο του «Επιστημονικά Έργα», που καταγράφει μία εκπληκτική πραγματικά ρήση: «Η μεγαλύτερη ευτυχία του σκεπτόμενου ανθρώπου είναι να ερευνά ό, τι μπορεί να ερευνηθεί και να αφήνει στην ησυχία του το ανεξερεύνητο». Όταν για πρώτη φορά διάβασα αυτή τη φράση, οφείλω να ομολογήσω πως με άγγιξε βαθιά και τη θεώρησα τόσο άψογα εναρμονισμένη με το εδάφιο του Δευτερονομίου που αναφέρθηκε πιο πάνω. Μέσα από μία άλλη θέση, το ευφυές μυαλό του Γκαίτε, ως ανθρώπου που στοχάζεται, ερευνά, διαπιστώνει, εκφράζει μία άποψη τόσο ταιριαστή με τη Θεοπνευστία της Βίβλου, μία άποψη τόσο σοφή και συνάμα τόσο πρακτική, καθώς μας θυμίζει ότι η έρευνα που γίνεται με συνειδητοποίηση των ανθρώπινων ορίων, με πνεύμα ταπείνωσης και ευλάβειας, όχι μόνο φέρνει βαθιά ικανοποίηση στον ερευνητή, αλλά μακροπρόθεσμα τιμάται με αποτελέσματα.

Έχω την ταπεινή γνώμη πως όταν κατανοήσουμε ότι ο Θεός φλέγεται από έναν πραγματικό ζήλο να μας αποκαλύψει όλα όσα μπορούμε να κατανοήσουμε, αξιολογώντας το μέγιστο των διανοητικών μας ικανοτήτων, τότε η ενασχόληση μας με την επιστήμη, είτε είναι επιφανειακή είτε πιο βαθιά, θα αποκτήσει έναν άλλο χαρακτήρα. Ούτε θα τη φοβόμαστε σαν να είναι εχθρός της χριστιανικής πίστης, ούτε θα τη θεοποιούμε σαν να είναι αλάνθαστη. Άλλωστε, το να αντιμετωπίσουμε με σοφία, ωριμότητα και κριτική σκέψη τις προτάσεις και ανακαλύψεις της αστρονομίας, της κοσμολογίας, της αστροφυσικής, βρίσκεται σε αποκλειστική συνάρτηση με το να είμαστε απαλλαγμένοι από προκαταλήψεις και να αναζητούμε τη γνώση με ελεύθερο πνεύμα, έτοιμο να αναθεωρήσει ακόμα και αυτά που χρόνια πιστεύαμε. Η ετοιμότητα της αναθεώρησης, της ομολογίας του λάθους ή της ακόμη μεγαλύτερης βεβαίωσης για αυτό που πιστεύουμε, όταν αυτό στηρίζεται σε Θείες Βάσεις, είναι πραγματική ένδειξη ενός ελεύθερου πνεύματος, είτε πρόκειται για επιστήμονα, είτε για απλό ερευνητή. Ο γνωστός σε όλους μας Αλβέρτος Αϊνστάιν, από τη δική του θέση ως επιστήμονας, στοχαστής και ερευνητής αναγνωρισμένου κύρους, στοχαζόμενος κριτικά πάνω στην έννοια του υπερφυσικού και συγκρίνοντας αυτό που μπορεί να συλλάβει με αυτό που δεν μπορεί, αλλά δεν είναι τίμιο να αγνοήσει την ύπαρξή του, είχε διατυπώσει την εξής σοφή φράση:

«Υπάρχουν δύο τρόποι να ζήσει κανείς τη ζωή του. Ο ένας είναι σαν να μην υπάρχουν θαύματα. Ο άλλος είναι σαν όλα γύρω μας να είναι ένα θαύμα».

(Συνεχίζεται…)

M. M.