Ο αθεϊσμός έχει αρχίσει και γίνεται ιδιαίτερα δημοφιλής σε κάποιους κύκλους εξαιτίας της ιστορίας της εξέλιξης που έχει ειπωθεί από την κοσμική επιστήμη. Είναι όμως ορθολογικό να αρνούμαστε την ύπαρξη του Θεού και να πιστεύουμε ότι είμαστε απλώς ζώα; Ποιες είναι οι συνέπειες;

Αν ο Θεός δεν υπάρχει, τότε οι άνθρωποι δεν είναι τίποτα παραπάνω από βιολογικά ζώα, απλές υλικές υπάρξεις που κυβερνώνται από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, βρίσκονται στο παρόν και αφανίζονται στο μέλλον.

Η αποδοχή αυτής της άποψης για την ανθρώπινη ταυτότητα, σημαίνει ότι αποδεχόμαστε το γεγονός ότι η ζωή δεν έχει κανένα ύστατο νόημα, ότι οι ηθικές κατηγορίες του καλού και του κακού ουσιαστικά δεν υπάρχουν, ότι όλες οι έννοιες συμπόνιας, δικαιοσύνης και καλής θέλησης είναι ψευδή κατασκευάσματα που έχουμε απλώς επινοήσει και ότι η αγάπη είναι μια ισχυρή ψευδαίσθηση.

Γνωρίζουμε όμως στα βάθη της καρδιάς μας ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει.

Μελετήστε αυτή την προκλητική δήλωση της Αγίας Γραφής σχετικά με τον αθεϊσμό:

«O άφρονας είπε στην καρδιά του: Δεν υπάρχει Θεός» (Ψαλμός 14:1).

Αυτό το εδάφιο δεν έχει σκοπό να υποτιμήσει έναν αθεϊστή, αλλά είναι απλώς μια ορθολογική παρατήρηση σχετικά με τη λογική ασυναρτησία του αθεϊσμού.

Φυσικά, πολλοί νοήμονες άνθρωποι αρνούνται να πιστέψουν στον Θεό επειδή η θρησκεία συχνά έχει παρουσιάσει τον Θεό αποκρουστικό και άξιο μόνο της δυσπιστίας μας.

Στους Ψαλμούς 14:1, όμως η Αγία Γραφή παρουσιάζει μια αναλυτική παρατήρηση σχετικά με τη γενική μωρία της άρνησης της ύπαρξης του Θεού.

Είναι ανόητο να λέμε «δεν υπάρχει Θεός», για τον απλό λόγο ότι αν ο Θεός δεν υπήρχε δεν θα αναρωτιόμασταν ποτέ για την ύπαρξη Του. Γεγονός είναι, ότι μόνο αυτό που υπάρχει σε κάποια μορφή γίνεται αντιληπτό στην ανθρώπινη επίγνωση και πράγματα που δεν υπάρχουν δεν γίνονται ποτέ αντιληπτά. Είναι αδύνατο για τον ανθρώπινο νου, να συλλάβει κάτι που δεν βασίζεται στην πραγματικότητα.

Καμία δήλωση άρνησης, δεν είναι απολύτως αληθής. Δεν μπορούμε να συμπληρώσουμε την πρόταση, «Δεν υπάρχει ______________», χωρίς μνεία σε υπάρχουσες πραγματικότητες. Ακόμα και όταν κατασκευάζουμε τις πιο τρελές φαντασιώσεις μας, απλώς επανασυνδέουμε πράγματα υπαρκτά. Το γεγονός και μόνο ότι συλλαμβάνουμε στο νου μας τον Θεό είναι απόδειξη ότι κάποιο είδος Θεού υπάρχει όντως.

Είναι επίσης διανοητικά ασυνάρτητο να αρνούμαστε την ύπαρξη του Θεού για τον απλό λόγο ότι όλοι γνωρίζουμε ότι η ζωή έχει νόημα, ότι το καλό και κακό όντως υπάρχουν και ότι λαχταρούμε για μια απολύτως αξιόπιστη ποιότητα αγάπης που δεν βρίσκει πιο τέλειο ταίριασμα στην παρούσα ηθική τάξη του καταβεβλημένου κόσμου μας. Ο αθεϊσμός συνεπώς, βρίσκεται ενάντια στο ένστικτό μας και απαιτεί ένα διανοητικό και συναισθηματικό άλμα μακριά από αυτό που γνωρίζουμε ότι είμαστε.

Όλοι έχουμε μια επίμονη υποψία, μια θεϊκά εμφυτευμένη διαίσθηση, ότι σκοπός μας είναι να είμαστε πλάσματα καταπληκτικής υπεροχής και ότι το κακό, τα δεινά και ο θάνατος αποτελούν αφύσικους εισβολείς. Δεν μπορεί να μην αναρωτηθούμε, αν ο λόγος που τόσο επίμονα λαχταράμε κάτι περισσότερο είναι ακριβώς επειδή υπάρχει κάτι περισσότερο.

Ο Θεός «έβαλε τον κόσμο κάτω από τη διάνοιά τους» (Εκκλησιαστής 3:11).

Υπάρχει μέσα μας μια αίσθηση αιώνιας πραγματικότητας που μας είναι πολύ δύσκολο να αποβάλουμε.

Επειδή δημιουργηθήκαμε κατά την εικόνα του  Θεού, δεν θα μπορέσουμε να είμαστε ποτέ πραγματικά ικανοποιημένοι, μέχρις όταν να επιστρέψουμε στον Θεό.

Μόνο ο Θεός μπορεί να γεμίσει το κενό στην καρδιά μας.