--- ---- ----- ------ ----- ----- ---------------- ---------- ------------- ------------ --------- - --- -------- ----------- ------------- ----------- ----------- ---------- ----------- --------- -------- --------- ---------- ---------- -------- ------------ --------- ----------- -----

ΕΦΕΣΟΣ  2:1-5 Η ΠΡΩΤΗ ΑΓΑΠΗ

“Προς τον Άγγελο της εκκλησίας, που είναι στην Έφεσο, γράψε: Αυτά λέει εκείνος που κρατάει τα επτά αστέρια στο δεξί του χέρι, που περπατάει στο μέσον των επτά χρυσών λυχνιών· ξέρω τα έργα σου, και τον κόπο σου, και την υπομονή σου, και ότι δεν μπορείς να υποφέρεις τους κακούς· και δοκίμασες αυτούς που λένε ότι είναι απόστολοι, και δεν είναι· και τους βρήκες όχι γνήσιους.  Και υπέφερες, και έχεις υπομονή και για το όνομά μου κοπίασες, και δεν απέκαμες” Αποκάλυψη 2:1-3.   

Με την πρώτη ματιά η εκκλησία της Εφέσου φαίνεται να είναι σε πολύ καλή πνευματική κατάσταση. Κάνει καλά έργα, διαδίδει τα καλά νέα του ευαγγελίου, υπομένει στις δοκιμασίες, διατηρεί την αγνότητα της εκκλησίας, την προστατεύει από ψεύτες και ψευδοπροφήτες και όλα αυτά γίνονται με επιμονή και χωρίς να αποκάμει. Ο Ιησούς επαινεί την εκκλησία της Εφέσου για όλα αυτά.

Αλλά κάτι ουσιαστικό λείπει, κάτι που αμαυρώνει το καλό της έργο. “Όμως, έχω κάτι εναντίον σου, επειδή άφησες την πρώτη σου αγάπη” (Αποκάλυψη 2:4). Αυτή η έλλειψη αγάπης δεν είναι γεγονός δευτερεύουσας σημασίας· είναι τόσο σοβαρό που ο Ιησούς προειδοποιεί: “Θυμήσου, λοιπόν, από πού ξέπεσες, και μετανόησε, και κάνε τα πρώτα έργα· ειδάλλως, έρχομαι σε σένα γρήγορα, και θα κινήσω τη λυχνία σου από τον τόπο της, αν δεν μετανοήσεις” (Αποκάλυψη 2:5). Η έλλειψη αγάπης των χριστιανών της Εφέσου, θέτει σε κίνδυνο τη σωτηρία τους.

Η σημασία της έννοιας της “πρώτης αγάπης” της αποστολικής εκκλησίας, περιγράφεται στα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου των Πράξεων των Αποστόλων. Οι πρώτοι χριστιανοί αγαπούσαν τον Θεό με όλη την καρδιά τους, κάτι που εκφραζόταν και με την αγάπη τους προς “τον πλησίον”. Οι μαθητές συναθροίζονταν “με ομοψυχία στον ίδιο τόπο”, “προσκαρτερούσαν με μια ψυχή στην προσευχή και τη δέηση” (Πράξεις 2:1, 1:14). “Όλοι εκείνοι που πίστευαν ήσαν μαζί, και είχαν τα πάντα κοινά” (Πράξεις 2:44). Η βαθιά συναδέλφωση ήταν κύριο χαρακτηριστικό τους, όπως και επίσης το γεγονός ότι φρόντιζαν ο ένας για τις ανάγκες του άλλου.[1]

Αλλά καθώς περνούσαν τα χρόνια και αυτοί οι πρώτοι χριστιανοί έφευγαν από τη ζωή, συμπεριλαμβανομένων και των αποστόλων, η Εκκλησία άρχιζε να δυσκολεύεται με το θέμα της αγάπης. Ο Ιωάννης, ο τελευταίος που είχε μείνει από τους αποστόλους, έγραψε τις επιστολές του προς την Εκκλησία, λίγο πριν γράψει την Αποκάλυψη (περίπου το 95 μ.Χ.) προφανώς ενώ έμενε ακόμα στην Έφεσο. Φαίνεται ότι το πρόβλημα της αγάπης ήταν σοβαρό, επειδή το κεντρικό θέμα των επιστολών του ήταν η ανάγκη για αγάπη. Με μεγάλη έμφαση δηλώνει ότι: “Εκείνος που δεν αγαπάει, δεν γνώρισε τον Θεό· επειδή ο Θεός είναι αγάπη” (Α΄ Ιωάννου 4:8).[2] Δεν υπάρχουν αρκετές μαρτυρίες που να μας βοηθούν να γνωρίζουμε την ακριβή πνευματική κατάσταση της Εκκλησίας από την εποχή που γράφει ο Ιωάννης την Αποκάλυψη μέχρι τον δεύτερο αιώνα, (αυτό είναι το χρονικό διάστημα που καλύπτει το μήνυμα προς την Εκκλησία της Εφέσου). Ωστόσο, στα λίγα κείμενα που σώθηκαν βρίσκουμε αναφορές σχετικά με ένα πρόβλημα που εμπόδιζε την πρώτη αγάπη και αυτό ήταν το συσσωρευμένο μίσος των χριστιανών απέναντι στους Εβραίους.

Από ανθρώπινης πλευράς αυτό το μίσος είναι κατανοητό. Οι Εβραίοι ήταν εκείνοι που συνωμότησαν στη δολοφονία του Ιησού. Οι Εβραίοι ξεκίνησαν τους πρώτους διωγμούς (Πράξεις κεφάλαιο 8), καταδίωξαν τους αποστόλους και ιδιαίτερα τον Παύλο ο οποίος πήγαινε από πόλη σε πόλη κυνηγημένος από Εβραίους που έτρεφαν φθόνο για τη διακονία του και μεγάλο ζήλο για τις παραδόσεις τους.[3] Ωστόσο, ακολουθώντας τη διδασκαλία του Ιησού που προτρέπει να αγαπάμε τους εχθρούς μας και να ευεργετούμε εκείνους που μας μισούν (Ματθαίον 5:44), ο Παύλος με κάθε ειλικρίνεια δήλωνε: “Έχω μεγάλη λύπη και αδιάκοπη οδύνη μέσα στην καρδιά μου.  Επειδή, ευχόμουν εγώ ο ίδιος να είμαι ανάθεμα από τον Χριστό χάρη των αδελφών μου κατά σάρκα· που είναι Ισραηλίτες... η επιθυμία της καρδιάς μου, και η δέησή μου προς τον Θεό υπέρ του Ισραήλ, είναι για τη σωτηρία τους” (Ρωμαίους 9: 1-4, 10:1).

Πόσο μεγάλη αντίθεση συγκριτικά με τη στάση των επιφανών χριστιανικών συγγραφέων την εποχή της εκκλησίας Εφέσου τον δεύτερο αιώνα! Κατά τη φερόμενη ως επιστολή του Βαρνάβα, η οποία γράφτηκε πιθανόν το 130 μ.Χ.: “Οι Εβραίοι περιγράφονται ως οικτροί άνθρωποι που πλανήθηκαν από έναν διαβολικό άγγελο και εγκαταλείφτηκαν από τον Θεό λόγω της πολυετούς ειδωλολατρίας τους”.[4] Παρομοίως, ο Ιουστίνος Μάρτυς, ένας χριστιανός φιλόσοφος του δεύτερου αιώνα, δήλωσε ότι: “Οι Εβραίοι είναι άσπλαχνοι, ανόητοι και διάτρητοι άνθρωποι, σε αυτούς δεν υπάρχει πίστη”. Αναφερόμενος σε έναν διάλογο που είχε με τον Τρύφωνα, έναν Εβραίο, αναφέρει ότι: “Το έθιμο της περιτομής ξεκίνησε από τον Αβραάμ και σας δόθηκε ως διακριτικό σημείο, για να σας ξεχωρίζει από τα άλλα έθνη και από εμάς τους χριστιανούς. Σκοπός ήταν εσείς και μόνο να υποφέρετε τις θλίψεις που σας αξίζουν, να ερημώνει μόνο η δική σας γη, να καταστρέφονται μόνο οι δικές σας πόλεις, να τρώγεται ο καρπός μόνο από τη δική σας γη, από ξένους μπροστά στα μάτια σας... ήταν λόγω της αμαρτίας σας και των αμαρτιών των πατέρων σας που ο Θεός σας επέβαλε, μαζί με άλλους κανόνες, την τήρηση του Σαββάτου ως σημείο”.[5] Αυτό το μίσος κατά των Εβραίων και η επιθυμία των πρώτων χριστιανών να διαχωριστούς από εκείνους, τους οδήγησε σε σοβαρά δογματικά σφάλματα.[6] Είχε γίνει μάστιγα και δυσφημεί τη Χριστιανική Εκκλησία μέχρι και σήμερα. [7]

Συνέχισε στη επόμενη παράγραφο:    2:2,6  ΨΕΥΔΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΚΑΙ ΝΙΚΟΛΑΪΤΕΣ

Πες μας τη γνώμη σου


[1]  “Και καθημερινά έμεναν σταθερά ως μια ψυχή μέσα στο ιερό, και έκοβαν τον άρτο σε σπίτια· και έτρωγαν μαζί την τροφή με αγαλλίαση και απλότητα καρδιάς” (Πράξεις 2:46). “Δεν υπήρχε ούτε ένας ανάμεσά τους που είχε ανάγκη· επειδή όσοι ήσαν κάτοχοι χωραφιών ή σπιτιών, αφού τα πουλούσαν, έφερναν το αντίτιμο της αξίας εκείνων που πουλούσαν...  και μοιραζόταν σε κάθε έναν σύμφωνα με την ανάγκη που είχε” (Πράξεις 4:34,35).

[2]  Η ανάγκη για αγάπη είναι το κυρίαρχο θέμα της πρώτης επιστολής του Ιωάννη: “Από τούτο είναι φανερά τα παιδιά του Θεού και τα παιδιά του διαβόλου, καθένας που δεν πράττει δικαιοσύνη δεν είναι από τον Θεό, κι εκείνος που δεν αγαπάει τον αδελφό του… εκείνος που δεν αγαπάει τον αδελφό του, μένει μέσα στον θάνατο…  Από τούτο έχουμε γνωρίσει την αγάπη, επειδή εκείνος την ψυχή του έβαλε για χάρη μας, κι εμείς οφείλουμε να βάζουμε τις ψυχές μας για χάρη των αδελφών. Και αν κάποιος έχει την υλική ευχέρεια του βίου του κόσμου και βλέπει τον αδελφό του να έχει ανάγκη, κλείσει όμως τα σπλάχνα του απέναντί του, πώς η αγάπη του Θεού μπορεί να μένει μέσα του; Παιδάκια μου, μη αγαπάμε με λόγια ούτε με τη γλώσσα, αλλά με έργα και αλήθεια… Αγαπητοί, ας αγαπάμε ο ένας τον άλλον, επειδή η αγάπη προέρχεται από τον Θεό, και καθένας που αγαπάει έχει γεννηθεί από τον Θεό και γνωρίζει τον Θεό. Εκείνος που δεν αγαπάει, δεν γνώρισε τον Θεό, επειδή, ο Θεός είναι αγάπη.” (ΑΙωάννου 3:10-4:12).

[3]  Πράξεις 13:45,50, 14:2,19, 17:5,13, 18:12, 21:27, 23:12

[4]  “From Sabbath to Sunday”, Bacchiocchi, Pontifical Gregorian University Press, Rome, 1977 σ. 219

[5]  Αυτόθι σ. 226-228.

[6]  Για παράδειγμα, από τα πρώτα χρόνια υπήρξαν προσπάθειες να χαρακτηριστούν οι δέκα εντολές ως “Εβραϊκός” θεσμός που δεν έχει ισχύ για τους χριστιανούς. Η απόρριψη του ηθικού νόμου οδήγησε, με τη σειρά της, στην αποδοχή της λατρείας των ειδώλων και των εικόνων και την παραβίαση της δεύτερης εντολής, όπως και στην αλλαγή της ημέρας λατρείας από Σάββατο σε Κυριακή, που αποτελεί παραβίαση της τέταρτης εντολής. Όπως θα δούμε παρακάτω, το Σάββατο ήταν ένα κοινό σημείο των Χριστιανών με τους Εβραίους, γεγονός που έκανε τους χριστιανούς να ταυτίζονται με εκείνους στα μάτια των ειδωλολατρών. Επομένως, η επιθυμία των χριστιανών να ξεχωρίσουν από τους Εβραίους και “το Σάββατό τους” ήταν ένα ισχυρό κίνητρο, για να απορρίψουν το κύρος ολόκληρου του νόμου του Θεού. Ενώ είναι αλήθεια ότι η σωτηρία μας βασίζεται στην τέλεια ζωή και θυσία του Χριστού για τους αμαρτωλούς και κανένας δεν θα σωθεί μόνο επειδή τηρεί τις εντολές, είναι επίσης αλήθεια ότι “εκείνος που λέει ότι: Τον γνώρισα, και δεν τηρεί τις εντολές του, είναι ψεύτης, και μέσα σ’ αυτόν η αλήθεια δεν υπάρχει” (Α΄ Ιωάννου 2:4). Επίσης βλ. “Από το Σάββατο στην Κυριακή” Bacchiocchi.

[7]  Η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος της Χριστιανικής Εκκλησίας στη Νίκαια (325 μ.Χ.) κατέγραψε την περιφρόνηση προς τους Εβραίους με την απόφαση να ορίζεται η ημερομηνία του Πάσχα με τρόπο που να μη συμπίπτει ποτέ με το Πάσχα των Εβραίων. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ανέφερε συγκεκριμένα: “Φαινόταν ανάξιο να ακολουθούμε την πρακτική των Εβραίων σ’ αυτή την πιο άγια γιορτή, αφού τα χέρια τους είναι κηλιδωμένα από τεράστιες αμαρτίες και είναι τυφλοί στις ψυχές τους... Ας μην έχουμε λοιπόν τίποτα κοινό με αυτόν τον απαίσιο εβραϊκό όχλο... που είναι αντίπαλοί μας.” (Wikipedia, άρθρο “Council of Nicea”). Ο διωγμός των Εβραίων στη διάρκεια των αιώνων μέχρι τη στιγμή του ολοκαυτώματος γινόταν ανεκτός και είχε την έγκριση, κάποιες φορές, της Εκκλησίας βασισμένος στο γεγονός ότι “οι Εβραίοι σκότωσαν τον Χριστό”.

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ NET



  • Share |